Τρίτη, 1 Αυγούστου 2017

"Τα καλά κορίτσια πεθαίνουν όταν τους ζητηθεί" γράφει ο Γρηγόρης Ιωαννίδης ("Εφημερίδα των Συντακτών", 31.07.2017)


..............................................................




Τα καλά κορίτσια πεθαίνουν όταν τους ζητηθεί


Εθνικό Θέατρο – Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου  
Η Κατερίνα Ευαγγελάτου τόλμησε να ανεβάσει την «Αλκηστη»
όπως πραγματικά τη βλέπει και όχι όπως εμείς θα θέλαμε να είναι
 
 
 
γράφει ο Γρηγόρης Ιωαννίδης
Είναι η πρώτη της κάθοδος στο μεγάλο θέατρο της Επιδαύρου, κι η μοίρα το ‘φερε να την επιχειρήσει με ένα από τα πιο εμβληματικά έργα στο πλούσιο ρεπερτόριο του πατέρα της. Η Κατερίνα Ευαγγελάτου τόλμησε να παρουσιάσει την «Αλκηστη» ξανά σαν πρόβλημα. Η παράσταση του Εθνικού από τη μια επιδεικνύει το -φλέγον, αλλά παλιό πλέον- ζήτημα της υβριδικής φύσης του έργου, μεταξύ τραγωδίας και κωμωδίας.
Δεν σταματάει ωστόσο εκεί: Η Ευαγγελάτου προχωράει παραπέρα, στο να προτείνει, να αποφασίσει και να επιλέξει. Και όπως είναι επόμενο, η πρότασή της διχάζει δημιουργικά. Με άλλα λόγια, καλεί να την αναλογιστούμε, ξανά και ξανά.
Να πάρουμε, λοιπόν, τα πράγματα από την αρχή. Η πρώτη κοινή απορία προκύπτει ασφαλώς από τον θεό Απόλλωνα (Κώστας Βασαρδάνης) που εμφανίζεται στην ορχήστρα με μια εμφάνιση μάλλον «φάνκι» (κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα).
Είναι ευχάριστος όσο κι ελαφρύς (εξάλλου πώς να χαρακτηριστεί αλλιώς μετά το «δώρο» του στον Αδμητο;), επιπόλαιος κι ωστόσο απειλητικός, όμοια με τους γκρούβι τύπους που κυκλοφορούν στη δισκογραφία με τα γυαλιστερά πουκάμισα, τα γυαλιστερά μαλλιά και τα γυαλιστερά περίστροφα στο γιλέκο.
Και τι ζευγάρι αταίριαστο, αλήθεια, κάνει με εκείνον τον χαρτογιακά Θάνατο (Σωτήρης Τσακομίδης), καθώς ο τελευταίος έρχεται σκονισμένος από το βάθος του τάφου που σκάβουν από την αρχή κιόλας -προφανώς για την Αλκηστη- στο μέσον της ορχήστρας (σκηνικό της Εύας Μανιδάκη)… Οι δύο όψεις μιας παραμυθικής πραγματικότητας, σαν τα δίδυμα που στοίχειωναν αιώνες μετά την αναγεννησιακή ποίηση: Ο ένας σαν στιλάτος κι αμέτοχος παίκτης, ο άλλος χωματένιος, ανελέητος και αιώνια κραταιός γραφειοκράτης.
Οταν στη συνέχεια καταφτάνει στη σκηνή ο Χορός, αναγνωρίζουμε από την αρχή ότι αποτελείται από κομμάτια της εύθραυστης ιστορικής μας ιθαγένειας. Το καθεστώς στη Θεσσαλία είναι βέβαια στρατοκρατικό κι ανδροκρατούμενο -διαθέτει όλες τις εκφάνσεις μιας αντρικής κοινωνίας που στριφογυρίζει γύρω από τον αρχηγό της, τον Αδμητο, και πενθεί από τώρα την αφοσιωμένη σ’ αυτόν κυρά του, την Αλκηστη.
Κι όμως, η έκπληξή μας είναι μεγάλη όταν πρωτοβλέπουμε το βασιλικό ζεύγος να πλησιάζει το κοίλον, τηρώντας κάθε πρωτόκολλο και με όλο τον σεβασμό στους τύπους της θέσης του. Είναι φανερό, οι άνθρωποι «παίζουν». Παίζουν ακόμα κι αυτή τη στιγμή, υποδυόμενοι τον ρόλο τους δημοσίως, καθώς θρηνούν και ανταλλάσσουν φιλοφρονήσεις, απευθυνόμενοι ο ένας στον άλλον, στα παιδιά και στον λαό τους με τη μάσκα της ενάρετης δεσποτείας. Παίζουν την ίδια την τραγωδία τους, και μάλιστα με κακό τρόπο.
Ποιος θα τους πιστέψει; Το σκάνδαλο που φέρνει κατά τη γνώμη μου η Ευαγγελάτου στην Επίδαυρο δεν είναι ο τύπος του ναρκισσιστή ηγέτη, του Αδμητου από τον Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο, όταν μπροστά μας επιδίδεται στην πολιτική μπουρλέσκ κωμωδία του, προσπαθώντας να πείσει πως δήθεν θρηνεί τη γυναίκα που πεθαίνει στη θέση του.
Το θέμα που οφείλουμε να συζητήσουμε βρίσκεται αλλού: σε αυτή την κακόμοιρη Αλκηστη της Κίττυς Παϊταζόγλου, που κι αν έχει δώσει τόσους και τόσους μονολόγους στις εξετάσεις δραματικών σχολών και τώρα στέκει μπροστά μας μάλλον αμήχανη, μάλλον ψυχρή, σαν να τα έχει χαμένα και σαν κατά βάθος να έχει μετανιώσει κιόλας για την απόφασή της.
Το ζήτημα είναι μήπως και η Αλκηστη είναι το ίδιο κίβδηλη με τον σύζυγό της, το ίδιο με εκείνον ψεύτικη και τυπολατρική, ακόμα κι όταν υπηρετεί (συνειδητά ή ασυνείδητα;) ένα σύστημα που αποβαίνει σε βάρος της! Η Αλκηστη δεν πεθαίνει από αγάπη, αυτοθυσία, έλεος ή ό,τι άλλο. Πεθαίνει γιατί έτσι κάνουν τα καλά κορίτσια, από σόι, όταν τους ζητηθεί…. Ναι, η Αλκηστη έχει μεγαλώσει στο δικό της Κουκλόσπιτο του Πελία και του Φέρρη (Γιάννης Φέρτης), κι όπως η Νόρα είναι έτοιμη να θυσιαστεί στη θέση του άνδρα της.
Το έργο τρέχει μέχρι τώρα με ταχύτητα και ενδιαφέρον στη χώρα της (πολιτικής, οικογενειακής, φεμινιστικής) φάρσας, και μάλιστα -αν κρίνω από τις στιγμές του αυθόρμητου γέλιου που χαρίζει- έχει προχωρήσει πολύ στην ενδοχώρα της. Και τώρα, τι άλλο παρακάτω; Η ανησυχία είναι για το πώς θα καταφέρει η Ευαγγελάτου να φέρει πίσω τον Αδμητο στα σοβαρά ύδατα. Ή πρόκειται να τον παρατήσει εκεί, αδικώντας τον ίδιο και το περίεργο, σοφιστικό, αμφιταλαντευόμενο, ειρωνικό του έργο;
Αλλά όχι… Οταν, μετά από χρόνια, διδάσκουμε στους φοιτητές μας την «Αλκηστη» οφείλουμε να θυμόμαστε τη ρωγμή που η Ευαγγελάτου ανακάλυψε και παρουσίασε μπροστά μας. Προσωπικά μόνο στον Σέξπιρ έχω δει κάτι παρόμοιο. Σαν τους δικούς του ήρωες, που προχωρούν πολύ μακριά στην πεποίθησή τους μόνο για να ανακαλύψουν μπροστά τους το κενό, ο Αδμητος εμφανίζεται μπροστά μας «αλλαγμένος». Εννοώ εσωτερικά ρημαγμένος, μετέωρος κι αληθινά (με εκείνο τον σεξπιρικό τρόπο) μεγαλειώδης στην απόγνωση και ερημία του.
Τι συνέβη στο μεταξύ; Ποιος να ξέρει... Ο ίδιος ξέφυγε από τον λάκκο του θανάτου και έπεσε στον λάκκο της ζωής. Ο ίδιος, που πριν έλεγε τα μεγάλα λόγια για την αγαπημένη του (παρακαλώντας την βέβαια να κρατηθεί λίγο ακόμη, μην και αλλάξει κάτι τελευταία στιγμή), τώρα αντιλαμβάνεται κάτι για τον άνθρωπο που δύσκολα μεταφέρεται με λόγια. Ξέρουμε μονάχα αυτό: βρήκε γυρνώντας πίσω ένα σπίτι έρημο, ένα κουφάρι, και σ’ αυτό γνώρισε τον εαυτό του.
Ο Χορός, ο λίγο πριν τρομαγμένος και άγνωρος, ο οπαδός και το θύμα της κρατικής βίας, ξαφνικά θα γίνει ένα τοπίο σωμάτων που ρίχνονται στον τάφο, αναπηδούν στην ειρωνεία του βίου και όλα μαζί χορεύουν στο σκοτάδι, στην ψυχή του Αδμητου (κίνηση της Πατρίσιας Απέργη).
Και ιδού η μεγάλη αλλαγή. Ο Αδμητος θρηνεί για πρώτη φορά αληθινά και με λόγια αληθινά. Και πριν τα ίδια έλεγε, αλλά ποια η διαφορά! Τώρα τον πιστεύουμε. Ξέρουμε πως αυτός ο σκονισμένος άνθρωπος έχει δει κάτι από το αληθινό νόημα της Αλκηστης, κάτι από την αγάπη και την αφοσίωση, κοιτώντας μέσα από το κενό.
Κι ο Ηρακλής; Αυτός κι αν προκάλεσε συζητήσεις στα πηγαδάκια της Επιδαύρου... Η εμφάνισή του (Δημήτρης Παπανικολάου) θα κάνει πολλούς γονείς να αναρωτηθούν για το τι διδάσκονται τα παιδιά τους στην επίσημη ύλη του Δημοτικού. Ο γνωστός κωμικός τύπος του αγαθού παλικαρά εκφυλίζεται εδώ σε μια φιγούρα τσίρκου, έναν μασίστα που με μάσκα κλόουν περιφέρεται -ημίθεος αυτός- μεταξύ μεταφυσικής φάρσας -θυμηθείτε τον Απόλλωνα, που ακόμα κοιτάει την ιστορία από περιέργεια, όρθιος στο βάθος- και γήινης απαξίωσης.
Για εμένα πάλι, η σκηνική λειτουργία του είναι διαφορετική: μοιάζει με δραματικό μπαλαντέρ (και αυτός έχει την όψη του Τζόκερ), ένα πειραχτήρι χωρίς ιδιαίτερη αξία άλλη από το ανακατώνει τη δράση και να γυρίζει την παρτίδα. Αυτός που με όλο το πένθος δεν δίστασε να στρογγυλοκαθίσει στο τραπέζι, έτσι απλά κατεβαίνει στον Αδη και φέρνει πίσω την Αλκηστη.
Οχι, μην του αποδώσετε ιδιότητες, τύπο και, ακόμη χειρότερα, «χαρακτήρα»: ο Ηρακλής του Εθνικού είναι μια φορμαλιστική ρωσική φιγούρα που κατανοείται καλύτερα εντός σκηνής παρά εκτός αυτής.
Μα είπα πως «φέρνει πίσω την Αλκηστη»; Οχι ακριβώς. Αυτό που φέρνει είναι ένα άδειο κουφάρι, μια ξεφούσκωτη (ερωτική) Κούκλα, για να γεμίσει πάλι το Κουκλόσπιτο. Το ερώτημα είναι τι θα γίνει μετά. Είναι πλέον ο Αδμητος τόσο σοφός ώστε να κατοικήσει το σπίτι με αγάπη, κατανόηση και συμπάθεια;
Ή μήπως το πάθημά του λύθηκε τόσο απλά, τόσο φυσικά στον ανδρικό κόσμο ώστε να τον ξαναγυρίζει πίσω, στην αρχή; Να τι θα έπρεπε να συζητάμε μετά το τέλος της παράστασης: Η Αλκηστη γύρισε πίσω σαν φάντασμα. Αλλά ποιος θα διώξει την ομίχλη αυτή από το σπίτι;

Αψογες ερμηνείες

Προσπάθησα να δείξω πως πρόκειται για μια απολύτως δόκιμη επιλογή, που κι αν μοιάζει ακραία είναι γιατί τολμά να μη θεωρεί τίποτα δεδομένο. Η πρόταση του Εθνικού τολμά να ανεβάσει την «Αλκηστη» όπως τη βλέπει κι όχι όπως θα θέλαμε να είναι (και εδώ που τα λέμε, έτσι ακριβώς θέλαμε μέχρι πρόσφατα: σαν απόλυτη επίδειξη συζυγικής πίστης από μια «Ελληνίδα»…).
Προσθέστε σε αυτά και εκείνα που δεν προλαβαίνω να γράψω: την πλούσια θεατρικότητα, τους άριστους ρυθμούς, τον Χορό από ζωντανούς ανθρώπους (και πόσα θα ήθελα να πω γι’ αυτό…) και τη θαυμάσια μουσική υπόκρουση-μετρονόμο του Γιώργου Πούλιου, που αλλοιώνει τον ρυθμό με κομπιάσματα σε μια εξω-ρεαλιστική, θεατρινίζουσα πραγματικότητα.
Και βέβαια προσθέστε τις άψογες πολλαπλές ερμηνείες-λάστιχο του Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου και τη σωματική κατάθεση της Κίττυς Παϊταζόγλου (πράγματι η Αλκηστη ερμηνεύει ως νεκρή -έτσι διδάσκει και κρίνει).
Κατά τη γνώμη μου πρόκειται για σπουδαίο κατόρθωμα, καλλιτεχνικό και δραματικό, άξιο να συζητιέται ευρέως τα επόμενα χρόνια. Κι ελπίζω να βρω πολλούς σε αυτό το τραπέζι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: