Τρίτη, 20 Ιουνίου 2017

"Οι μύθοι της παράδοσής μας" του Κορνήλιου Καστοριάδη (http://tvxs.gr, 19/6/2017)

...............................................................


 Οι μύθοι της παράδοσής μας

 

















 του Κορνήλιου Καστοριάδη
 http://tvxs.gr, 19/6/2017









 
Τι σημαίνει το γεγονός ότι διερωτώμεθα για τη σχέση μας με την παράδοση; Ότι κατά κάποιον τρόπο έχουμε βγει απ’ την παράδοση. Αυτό το καταλαβαίνουμε πρώτα-πρώτα εμπειρικά.
Οι φυλές και οι λαοί που έχουν μείνει κλεισμένοι μέσα στην παράδοσή τους δεν βλέπουν καν την παράδοση σαν παράδοση: ζουν μέσα σε αυτήν και θεωρούν την παρούσα ζωή τους σαν συνέχεια ενός αμετάβλητου τρόπου ζωής.
Και μπορούμε να το καταλάβουμε και λογικά: για να διερωτηθούμε για τη σχέση μας με την παράδοση πρέπει η σχέση αυτή να έχει γίνει, περισσότερο ή λιγότερο προβληματική, πρέπει να έχει δημιουργηθεί μια απόσταση απ’ την παράδοση.
Απόσταση δεν σημαίνει απεμπόληση ή λησμονιά. Σημαίνει και άλλου είδους παρουσία και άλλου είδους σχέση. Μια σύντομη ανασκόπηση της ανθρώπινης ιστορίας μας δείχνει ακριβώς δυο κύριους τύπους σχέσης με την παράδοση.
Ο πρώτος που ασφαλώς πρέπει να ήταν και μόνος για εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια μέχρι την 1η χιλιετία πχ, είναι ο τύπος των αρχαϊκών (ή πρωτόγονων ή αγρίων) κοινωνιών. Αν στηριχτούμε στη γνώση που έχουμε για τέτοιου τύπου κοινωνίες από την εθνολογία (που τις μελέτησε τους δυο τελευταίους αιώνες), θα συνάγουμε ότι σε αυτές τις κοινωνίες, τρόπος ζωής, έθιμα, οργάνωση, τεχνική, διαβιβάζονται σχεδόν αναλλοίωτα από γενιά σε γενιά.
Ανεπαίσθητες αλλοιώσεις βέβαια συνεχώς εμφανίζονται, αλλιώς δεν θα υπήρχε διάκριση ανάμεσα στις διάφορες η ωλιθικές, παλαιολιθικές και νεολιθικές εποχές Αλλά οι κοινωνίες αυτές δεν έχουν συνείδηση αυτών των αλλοιώσεων. Πιστεύουν ότι από τότε που υπάρχει η φυλή τους, η ζωή τους και οι νόμοι τους έμειναν οι ίδιοι. Βέβαια από όσο ξέρουμε, όχι μόνο υπάρχει μια συνείδηση του χρόνου και της διαδοχής των γενεών, αλλά υπάρχει και μια μυθική παράσταση ενός πρώτου χρόνου ή «πρώτης στιγμής», στιγμής δημιουργίας και του κόσμου και της ίδιας της φυλής. Αυτή αποδίδεται σε έναν ή πολλούς θεούς και σε έναν ή πολλούς «ήρωες» ή προγόνους, που έθεσαν μια για πάντα τους νόμους, την τάξη και την οργάνωση του κόσμου και της φυλής. Οι δημιουργοί αυτοί, θείοι ή ανθρώπινοι, έχουν πάντως μια ιερή φύση που φυσικά μεταβιβάζουν και στα δημιουργήματά τους.
Από αυτά απορρέει άμεσα ο ιερός χαρακτήρας των θεσμών της φυλής, που κάνει ιερόσυλη και βλάσφημη κάθε ιδέα μεταβολής τους. Οι θεσμοί, όπως ο τρόπος ζωής, είναι κυριολεκτικά καθιερωμένοι μια για πάντα λόγω της ιερής προέλευσής τους.
Η κλασσική εβραϊκή παράδοση που κληρονόμησε και ο Χριστιανισμός και το Ισλάμ, παρ’ όλο που προέρχεται από μια κοινωνία που με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αρχαϊκή, πρωτόγονη ή άγρια, προσφέρει μια τέλεια εικόνα αυτής της κατάστασης. Ο θεός δημιούργησε τον κόσμο και τους ανθρώπους, εδιάλεξε ανάμεσα σ’ αυτούς μια φυλή στην οποία μια σειρά από θεόπνευστους «ήρωες» -Αβραάμ, Ισαάκ, Ιακώβ και τελικά Μωυσής-παρουσίασαν τους νόμους του Θεού.
Αυτές οι κοινωνίες μπορούν να ονομαστούν ετερόνομες γιατί θεωρούν τους νόμους τους δοσμένους από κάποιον ανώτερο Άλλο και συνεπώς απαγορεύουν στον εαυτό τους οποιαδήποτε μεταβολή αυτών των νόμων. Από την σκοπιά όπου τοποθετηθήκαμε, η σχέση αυτών των κοινωνιών με την παράδοση μπορεί να ονομαστεί παθητική.
Μια ιστορική στροφή, καλύτερα ρήξη, εμφανίζεται με την αρχαία Ελλάδα και ξανά μετά από πολλούς αιώνες στην Δυτική Ευρώπη. και στις δυο αυτές περιπτώσεις η σχέση με την παράδοση αλλάζει και μπορεί να ονομαστεί ενεργητική. Η αλλαγή αυτή είναι φυσικά οργανικά συνδεδεμένη με αυτό που συνιστά την απόλυτη ιστορική ιδιομορφία της αρχαίας Ελλάδας, τη δημιουργία για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία μιας κίνησης προς την αυτονομία, δηλαδή την ελευθερία, σε σχεδόν όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής, κατά πρώτο λόγο στην πολιτική με τη δημιουργία της δημοκρατίας και στη σκέψη με τη δημιουργία της φιλοσοφίας και της επιστήμης. Η δημιουργία αυτή ισοδυναμεί βέβαια με μια ριζική ρήξη με την προηγούμενη κατάσταση πραγμάτων.
Η Αθηναϊκή δημοκρατία, στην ουσία της, δεν έχει καμιά σχέση με τις ομηρικές ή μινωικές ή μυκηναϊκές βασιλείες όπως και η φιλοσοφία αναδύεται ως καταστροφή της μυθικής παράδοσης του κόσμου. Πχ και οι δυο πρώτοι ιστορικοί, ο Εκαταίος και ο Ηρόδοτος αρχίζουν τα συγγράμματά τους και τα δικαιολογούν με την βεβαίωση ότι αυτά που οι Έλληνες διηγούνται για το παρελθόν τους είναι παραμύθια. Εν τούτοις, αυτά με κανέναν τρόπο δεν σημαίνουν απεμπόληση ή λησμονιά της παράδοσης. Συμβαδίζουν με την διαμόρφωση μιας νέας σχέσης ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, που μπορεί να τη χαρακτηρίσει κανείς με δυο λέξεις φαινομενικά αντιφατικές, σεβασμός και μεταμόρφωση. Η αντίφαση αίρεται άμα σκεφτούμε ότι σ’ αυτό το πεδίο σεβασμός δεν σημαίνει τυφλή λατρεία και παγωμένη συντήρηση, αλλά αναζωογόνηση του παρελθόντος μέσω της μεταμόρφωσης των στοιχείων του που έτσι γίνονται σημαντικά για το παρόν.
Θα προσπαθήσω να κάνω κατανοητό αυτό που θέλω να πω με παραδείγματα από τον χώρο της τέχνης και ιδιαίτερα αυτού που ονομάζουμε λογοτεχνία. Ξέρουμε ότι ο Όμηρος έμεινε πάντα ζωντανός στην κλασσική Ελλάδα, τα ομηρικά έπη τα τραγουδούσαν στις γιορτές και τα παιδιά τα μάθαιναν στο σχολείο. Ξέρουμε όμως επίσης ότι μετά τον Ησίοδο και το έπος και το χαρακτηριστικό του μέτρο, το δακτυλικό εξάμετρο, εξαφανίζονται και ότι οι καινούργιοι ποιητές, ο Αρχίλοχος, η Σαπφώ και αυτοί που ακολούθησαν, δημιουργούν νέα μέτρα, νέα θέματα, νέες μορφές ποίησης. Αυτό δεν εμπόδισε τους κλασσικούς φιλόσοφους, Πλάτωνα και Αριστοτέλη, να παραθέτουν τους ομηρικούς στίχους στα φιλοσοφικά τους κείμενα. Αλλά μόνο στην αλεξανδρινή εποχή, εποχή παρακμής, με τα «Αργοναυτικά» του Απολλώνιου του Ρόδιου, εμφανίζεται μια προσπάθεια μίμησης των ομηρικών επών, φυσικά με πολύ μέτρια αποτελέσματα.
Αλλά το πιο λαμπρό παράδειγμα αυτής της δημιουργικής μεταμόρφωσης της παράδοσης μας το δίνει η Αθηναϊκή τραγωδία και η σχέση της με την άλλη προαιώνια μεγάλη ελληνική δημιουργία, τον μύθο. Όλοι οι λαοί έχουν ωραίους μύθους, αλλά μόνο οι αρχαίοι ελληνικοί μύθοι είναι αληθινοί, μεστοί από ανθρωπολογικά και κοσμολογικά νοήματα, αληθινά που παρουσιάζονται με μυθική μορφή. Είναι φυσικά αδύνατο να ξέρουμε ως ποιο βαθμό αυτό το νόημα των μύθων σε όλη του την έκταση και την ένταση μπορούσαν να το αφομοιώσουν και να το οικειοποιηθούν οι Έλληνες, ας πούμε του 6ου πΧ αιώνα. Λογικό είναι να υποθέσουμε ότι τουλάχιστον ασυνείδητα και υπόγεια τους άγγιξε, αλλιώς και οι μύθοι ως μύθοι δεν θα είχαν διασωθεί.
Αυτό που εμφατικά ξέρουμε είναι ότι η τραγωδία, που με μόνη εξαίρεση τους «Πέρσες» του Αισχύλου και την «Μιλήτου Άλωση» του Φρύνιχου έχει ως αποκλειστικό θέμα της τους μύθους, αφενός αναλαμβάνει αυτό το νόημα, το κάνει προσιτό σε όλους, το πλουτίζει, ασφαλώς το μεταμορφώνει και του δίνει μιας εκπληκτικής έντασης και ενάργειας παρουσίαση με την ενσάρκωσή του σε ανθρώπινους χαρακτήρες και λόγους, αφετέρου εκσυγχρονίζει τους μύθους, τους πλέκει με τα καινούργια προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι Αθηναίοι του 5ου αιώνα.
Ταυτόχρονα βλέπουμε τους ποιητές να τροποποιούν και να πλουτίζουν την πλοκή των μύθων. Αναμφισβήτητη ένδειξη μας δίνει στην ποιητική του ο Αριστοτέλης, λέγοντας ότι η σημαντικότερη αρετή του τραγικού ποιητή είναι η μυθοσκοπία. Θα έπρεπε να είχαμε το χρόνο να το δείξουμε αυτό πάνω σε συγκεκριμένα παραδείγματα. Θα περιοριστώ να αναφέρω την «Ορέστεια» του Αισχύλου, τις τρεις θηβαϊκές τραγωδίες του Σοφοκλή («Οιδίπους τύραννος», «Οιδίπους επί Κολονώ», «Αντιγόνη») και τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη.
Συνοπτικά η τραγωδία ούτε επαναλαμβάνει το μύθο, ούτε τον χρησιμοποιεί σαν παθητικό υλικό. Στηρίζεται στις δυνατότητές του και δημιουργεί μια καινούργια μορφή τέχνης που της επιτρέπει, σε μια οργανική συνέχεια με το μύθο να παρουσιάσει καινούργια περιεχόμενα. Ανάλογες αναπτύξεις θα μπορούσε να κάνει κανείς για την αρχιτεκτονική, τη γλυπτική ή τη ζωγραφική όσο την ξέρουμε από τα αγγεία.
Από αυτή τη σκοπιά, τη δημιουργία μιας καινούργιας σχέσης με την παράδοση, ο μόνος αληθινός κληρονόμος της αρχαίας Ελλάδας είναι η Δυτική Ευρώπη. Χωρίς να μακρηγορήσω, θα υπενθυμίσω πόσο ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός, από τον 11ο αιώνα και πέρα, και υπήρξε επαναστατικά δημιουργός και διατήρησε μια γνήσια σχέση με την παράδοση που είχε πίσω του, είτε λαϊκή, είτε «καλλιεργημένη». Η παράδοση αυτή περιλαμβάνει βέβαια κατά πρώτο λόγο τη χριστιανική κληρονομιά και αργότερα την ελληνορωμαϊκή κληρονομιά.
Και σ’ αυτήν την περίπτωση, μιλώντας πολύ σύντομα, θα πάρω για παράδειγμα την καταπληκτική εξέλιξη της δυτικοευρωπαϊκής ζωγραφικής που αρχίζει με μια εκκλησιαστική εικονογραφία, παραφυάδα της βυζαντινής και από τον Giotto και μετά παρουσιάζει μια ακατάπαυστη δημιουργική ανανέωση που όμως είναι ταυτόχρονα μια αδιάκοπη οργανική συνέχεια ως το 1950. Το ίδιο ισχύει και για την μουσική που βγαίνει και από την εκκλησιαστική ρίζα του γρηγοριανού άσματος και από την φολκλορική ρίζα λαϊκών μελωδών, ρυθμών και τρόπων.
Η βαθιά σχέση μεγάλων μουσικών δημιουργών, όπως οι κλασσικοί Γερμανοί, ο Chpin, o Musorsgy, o Albeniz, μ’ αυτές τις ρίζες αλλά και η ικανότητά τους να μετουσιώνουν επαναστατικά τα στοιχεία της παράδοσης που χρησιμοποιούν είναι προφανείς. Το πιο έντονο παράδειγμα αυτής της σχέσης προσφέρει ίσως η δυτικοευρωπαϊκή φιλοσοφία η οποία, μέσα από τις συνεχείς τομές στην ιστορία της σκέψης που παρουσιάζει, εξελίσσεται πάνω σε ρητή αναφορά με την παράδοση της φιλοσοφικής θεολογίας του μεσαίωνα και της κλασσικής ελληνικής φιλοσοφίας.
Η περίπτωση της Δυτικής Ευρώπης παίρνει για μας όλο το τραγικό της βάρος, αν την αντιπαραθέσουμε μ’ αυτά που έγιναν ή δεν έγιναν στο ανατολικό μέρος της άλλοτε Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, στο Βυζάντιο. Παρά το ότι το Βυζάντιο δεν υποχρεώθηκε να διασχίσει την περίοδο καθαρής βαρβαρότητας που υπέστη η Δυτική Ευρώπη από τον 5ο ως τον 11ο αιώνα, ο πολιτισμός του μας δίνει στις μεγάλες του γραμμές μια στατική εικόνα απολιθωμένων μορφών. Η σχέση με την παράδοση εδώ είναι στείρα, μιμητική και επαναληπτική. Η ζωγραφική γίνεται μια εικονογραφία που πολύ γρήγορα φτάνει σε τυποποιημένες μορφές τις οποίες μετά απλώς επαναλαμβάνει μιμούμενη τον εαυτό της. Το ίδιο ισχύει και για την αρχιτεκτονική. Η τέχνη του λόγου μένει μια ισχνή και ανιαρή απομίμηση των αρχαίων προτύπων. Έξω από τη λαϊκή μουσική, που γι’ αυτή την περίοδο ελάχιστα ξέρουμε, η μουσική καθηλώνεται στο μοναδικό εκκλησιαστικό άσμα.
Δυο παραδείγματα μπορούν να συνοψίσουν τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή πολιτισμική κατάσταση.
Οι Βυζαντινοί κληρονόμησαν ό,τι περίπου σώζεται και σήμερα από την αρχαία ελληνική γραμματεία. Απ’ αυτούς την παίρνουν και την μεταφράζουν οι Άραβες και αργότερα οι Δυτικοευρωπαίοι. Οι Άραβες, όχι μόνο σχολιάζουν τον Πλάτωνα και ιδίως τον Αριστοτέλη, αλλά μέσα απ’ αυτή την επαφή γεννούν τουλάχιστον δύο σημαντικούς φιλοσόφους, τον Αβικκένα και τον Αβερρόη. Για τους Δυτικοευρωπαίους, η «ανακάλυψη» των αρχαίων ελληνικών κειμένων δημιουργεί έναν εκρηκτικό συγκλονισμό που βρίσκει το πρώτο του κορύφωμα στην Αναγέννηση, αλλά που οι δονήσεις του δεν σταματούν, περιοδικά διαπιστώνεται κάτι σαν επιστροφή στους Έλληνες. Τώρα τι κάνουν οι Βυζαντινοί; Απλώς αντιγράφουν τα αρχαία χειρόγραφα και τους σχολιαστές τους και κάπου κάπου προσθέτουν και κανένα σχόλιο.
Το άλλο παράδειγμα είναι ο Γκρέκο. Παινευόμαστε και ξιπαζόμαστε με τον Γκρέκο χωρίς να καταλαβαίνουμε τι σημαίνει η περίπτωσή του. Ο Γκρέκο είναι βέβαια βαθιά ριζωμένος στην χριστιανική παράδοση και ξεκινάει από βυζαντινούς τύπους. Αλλά το πέρασμά του από τη Βενετία και η εγκατάστασή του στην Ισπανία τον αλλάζουν ριζικά. Η ζωγραφική του σαφώς μαρτυράει την προέλευσή του πχ σε παραλλαγές χρωματικής ή στην περίφημη επιμήκυνση των προσώπων και των σωμάτων. Αλλά τα αριστουργήματα της ισπανικής εποχής «Η ταφή του κόμητος Οργκάθ», «Οι απόψεις του Τολέδου», «Η κυρία με τη γούνα» είναι αδύνατα και αδιανόητα στο Βυζάντιο ή στη Κρήτη του 17ου αιώνα.
Οι σημερινοί Βυζαντινοκάπηλοί μας δεν στέκονται μια στιγμή να αναρωτηθούν γιατί ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος έπρεπε να εγκατασταθεί στην Ισπανία και να γίνει El Greco; Το Βυζάντιο και η εποχή της Τουρκοκρατίας μας προσφέρουν το παράδειγμα ενός μεταελληνικού πολιτισμού που έχει κάποια γνώση της αρχαιότητας σε σχέση με αυτήν, αλλά που μένει καθηλωμένη σε μια μιμητική, εξωτερική και άγονη σχέση με την παράδοση.
Τέλος έρχομαι στο σύγχρονο ελληνικό δράμα. Τα κεντρικά στοιχεία του ελληνικού δράματος είναι, από τη μια μεριά, η τριπλή αναφορά που περιέχει για μας η παράδοση: Αναφορά στους αρχαίους Έλληνες, αναφορά στο Βυζάντιο, αναφορά στη λαϊκή ζωή και κουλτούρα, όπως αυτή δημιουργήθηκε στους τελευταίους αιώνες του Βυζαντίου και κάτω από την Τουρκοκρατία. Από την άλλη μεριά, η αντιφατική και, θα μπορούσε να πει κανείς, ψυχοπαθολογική σχέση μας με τον δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό, που περιπλέκεται ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι ο πολιτισμός αυτός έχει μπει εδώ και δεκαετίες σε μια φάση έντονης κρίσης και υποβόσκουσας αποσύνθεσης.
Η διπλή και ταυτόχρονη αναφορά στην αρχαία Ελλάδα και στο Βυζάντιο, που αποτέλεσε το επίσημο «πιστεύω» του νεοελληνικού κράτους και του πολιτιστικού κατεστημένου της χώρας οδήγησε και οδηγεί σε αδιέξοδο, κατά πρώτο και κύριο λόγο διότι οι δυο αυθεντίες που επικαλείται βρίσκονται σε διαμετρική αντίθεση μεταξύ τους.
Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός είναι πολιτισμός ελευθερίας και αυτονομίας, που εκφράζεται στο πολιτικό επίπεδο στην πολιτεία ελεύθερων πολιτών που συλλογικά αυτοκυβερνώνται και στο πνευματικό επίπεδο με την ακατάπαυστη επαναστατική ανανέωση  ετερονομίας, αυτοκρατορικού αυταρχισμού και πνευματικού δογματισμού. Στο Βυζάντιο δεν υπάρχουν πολίτες, αλλά υπήκοοι του αυτοκράτορα, ούτε στοχαστές, μόνο σχολιαστές ιερών κειμένων. Η προσπάθεια συνδυασμού και συμφιλίωσής τους δεν μπορούσε παρά να νεκρώσει κάθε δημιουργική προσπάθεια και να οδηγήσει σε ένα στείρο σχολαστικισμό, όπως αυτός που χαρακτήριζε το πνευματικό κατεστημένο της χώρας επί ενάμιση σχεδόν αιώνα μετά την ανεξαρτησία και που επαναλάμβανε τα χειρότερα μιμητικά στοιχεία του Βυζαντίου.
Καθ’ όσο ξέρω, είμαστε ο μόνος λαός με μεγάλο πολιτιστικό παρελθόν που πρόσφερε στον κόσμο το γελοίο και θλιβερό θέαμα προσπάθειας τεχνητής επαναφοράς της γλώσσας που μιλιόταν πριν από 25 αιώνες. Ούτε οι Ιταλοί προσπάθησαν να ξαναζωντανέψουν τα λατινικά, ούτε οι Ινδοί τα σανσκριτικά. Και είναι εξίσου χαρακτηριστικό ότι ενώ η Δυτική Ευρώπη, στους δυο περασμένους αιώνες εγέννησε δεκάδες λαμπρούς ελληνιστές, μόνο τρία ονόματα έχουμε που μπορούν να σταθούν αχνά στο ίδιο επίπεδο με αυτούς: Τον Κοραή, τον Βερναρδάκη και τον Συκουτρή – τον οποίο Συκουτρή οδήγησε χαρακτηριστικά σε αυτοκτονία ο φθόνος και το μίσος των κηφήνων του εν Αθήνησι Πανεπιστημίου.
Περηφανευόμαστε ότι είμαστε απόγονοι των αρχαίων, αλλά για να μάθουμε τι έλεγαν και τι ήταν οι αρχαίοι πρέπει να προσφύγουμε σε ξένες εκδόσεις και σε ξένες μελέτες.
Αυτή η ίδια στάση έκανε ασφαλώς επίσης αδύνατη τη γονιμοποίηση της λαϊκής παράδοσης και τη μεταφορά της στο χώρο της έντεχνης παιδείας, με εμφατική εξαίρεση την ποίηση. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι ο τεράστιος μουσικός πλούτος της λαϊκής μουσικής σε μελωδίες, ρυθμούς, κλίμακες και όργανα έμεινε νεκρός στα χέρια των νεοελλήνων συνθετών, όπως έμεινε άχρηστος και ο αρχιτεκτονικός και διακοσμητικός πλούτος της λαϊκής παράδοσης.
Τέλος, αυτή η αναφορά στα δύο μεγάλα παρελθόντα, με τον αποστειρωτικό τρόπο που ετέθη, είναι στη ρίζα της σχιζοφρενικής μας σχέσης με το δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό, του συνδυασμού ενός κακομοιριασμένου αισθήματος κατωτερότητας και μιας ψωροπερήφανης και αστήρικτης αυθάδειας. Έτσι παίρνουμε από τους ξένους τις BMW, τις τηλεοράσεις, τα κατεψυγμένα, κλπ, κλπ, χωρίς να μιλήσω για τα πακέτα Ντελόρ και τους βρίζουμε για την υποδούλωσή τους στην τεχνική και στον ορθολογισμό τους. Πράγματα που η Δύση βέβαια δεν περίμενε τους νεοφώτιστους ελληνορθόδοξους για να τα κριτικάρει και να τα καταγγείλει η ίδια και που δεν απαλείφονται με μια ετήσια εκδρομή στο Άγιο Όρος.
Φαντάζομαι ότι δεν περιμένετε από μένα να δώσω συνταγές για το πώς θα μπορούσαμε να υπερβούμε αυτή τη δραματική βουβαμάρα που πολιτισμικά μας χαρακτηρίζει σήμερα. Για ένα πράγμα είμαι βέβαιος: αυτό που από την ελληνική ιστορία διαδόθηκε, γονιμοποίησε τον κόσμο και παραμένει σημείο αναφοράς και πηγή έμπνευσης είναι η αρχαία ελληνική δημιουργία και η ανάδυση μέσα από αυτήν των ιδεών της αυτονομίας και της ελευθερίας.
Αν η Δυτική Ευρώπη μπόρεσε, με τη σειρά της, να μεγαλουργήσει κι αυτή επί δέκα σχεδόν αιώνες, είναι και διότι μπόρεσε να συγκροτήσει μέσα από τις δυο Αναγεννήσεις, την κλασσική εποχή, το Διαφωτισμό και τις μετέπειτα εξελίξεις, μια σχέση δημιουργικού διαλόγου κι όχι μιμητικής επανάληψης με τα αρχαία ελληνικά σπέρματα. Για μας σήμερα, αν είμαστε ικανοί να τον συγκροτήσουμε, ένας τέτοιος διάλογος που προϋποθέτει και τη βαθιά γνώση και το σεβασμό της λαϊκής μας παράδοσης δεν μπορεί παρά να είναι διπλός: και με τους αρχαίους και με την τεράστια πολιτιστική κληρονομιά της Δυτικής Ευρώπης.
Όπως το ανέφερα ήδη, και αυτός ο δυτικός πολιτισμός περνάει σήμερα μια βαθιά κρίση που δεν ξέρουμε αν και πότε θα μπορέσουν οι δυτικοί λαοί να την ξεπεράσουν. Είτε το θέλουμε είτε δεν το θέλουμε, στο ίδιο καράβι είμαστε μπαρκαρισμένοι κι εμείς και δεν εννοώ τις οικονομικές και διπλωματικές διασυνδέσεις. Αν μπορέσουμε να αφομοιώσουμε δημιουργικά τον απέραντο πολιτισμικό πλούτο που δημιούργησε η Δύση –και που περιέχει έστω και ανεπαρκώς την αρχαία ελληνική αναφορά- θα μπορέσουμε ίσως να μιλήσουμε μια πραγματικά δική μας γλώσσα και να παίξουμε την παρτίδα μας σε μια νέα πολιτιστική συμφωνία.
Αλλιώς θα εξακολουθήσουμε να βράζουμε στο ζουμί μας και να καλλιεργούμε την περιθωριακή μας ασημαντότητα.

Πηγή: Αντικλείδι

«Συζυγική σκηνή» Διήγημα του Μιχαήλ Μητσάκη (1868 - 1916) Από τα «Πεζογραφήματα» (εκδ. Νεφέλη, 1988)

............................................................









Μιχαήλ Μητσάκης (1868 - 1916)














·       «Συζυγική σκηνή»

Διήγημα του Μιχαήλ Μητσάκη (1868 - 1916)


Από τα «Πεζογραφήματα» (εκδ. Νεφέλη, 1988)



  
   Α! σε ηύρα επί τέλους, άτιμε!  Τι ενόμισες; Πως θα μου ξεφύγης; Γι’ αυτό λοιπόν μ’ αφίνεις μονάχη κάθε βράδυ στο σπίτι και φεύγεις! Κακούργε!

   Και γυναικεία παλάμη, χειροκτιοφόρος, αρπάζει μετά δυνάμεως τον βραχίονα του ανδρός, νέου ωσεί τριαντακονταετούς, αρκετά ευμόρφου και ικανώς κομψού. Ο συνοδεύων αυτόν φίλος παραμερίζει έκπληκτος, και η γυνή παρεντίθεται εις το μέσον, κρατούσαν αυτόν πάντοτε από του βραχίονος, ως δι’ αρπαγής θήραμα όπερ εκοπίασε ν’ ανεύρη κ’ επιθυμεί να μη της διαφύγη πλέον.

   Η ώρα είνε δεκάτη της νυκτός, ενάστρου νυκτός Ιουλίου γλυκυτάτης, και το πλήθος πληροί το θέατρον των Ολυμπίων – η διήγησις ανάγεται εις την προ των τελευταίων μεταβολών του περί τους Στύλους πεδίου εποχήν -, πλημμυρεί τον προ του έξωθεν καφφενείου χώρον και περιδιαβάζει κατά πυκνούςν ομίλους, διευθυνόμενον ή επανερχόμενον εκείθεν, επί της προς τα έξω αγούσης πλατείας λεωφόρου ή υπό την δενδροστοιχίαν.

   Εκείνος την ανεγνώρισεν αμέσως, και περιδεώς προσβλέπων γύρω μη τις ήκουσε, δια βραχείας φωνής, συριττούσης, πνιγομένης, είπεν αυτή (δοτ.):

   -Πάμε!

   Αλλ’ αυτή, βραδύνουσα επίτηδες, εχομένη επιμόνως του βραχίονός του ισχυρώς, έλκουσα αυτόν προς εαυτήν, οπίσω, όπως συναρμόση το βήμά του προς το ιδικόν της, χωρίς να φροντίση να χαμηλώση της φωνής της τον τόνον:

   -«Πάμε!», λέγει, αι! Τώρα – «πάμε»! Πού να πάμε στο σπήτι; Τώρα το συλλογίσθηκες το σπήτι!

   Αι λέξεις εξέρχονται από του στόματός της διακεκομμέναι, βίαιαι, και ασθμαίνει, ως εκ μακρού δρόμου, ομιλούσα, και τακτοποιεί δια της άλλης χειρός, τρεμούσης και πυρετώδους, τα ενδύματά της, άτινα φαίνονται ότι έχουν φορεθή εν σπουδή και αταξία (δοτ.).

   -Διασκεδάζεις βέβαια… επαναλαμβάνει σχεδόν αμέσως. Δε μπορεί, βλέπεις, να κάμη χωρίς θέατρο ο κύριος! Κι εγώ ας κάθουμαι να μαραζώνω με τα παιδιά του! Αμ, δε μούλεγες λοιπόν σα μ’ έπαιρνες πως με ήθελες για παραμάννα;



   Οι δύο άνδρες φαίνονται ως συντετριμμένοι εκ της απροόπτου εμφανίσεως. Κύπτουν την κεφαλήν ως κατάδικοι υφιστάμενοι δικαστού επιτιμήσεις, ένοχοι ακούοντες απαγγελλομένην την κατηγορίαν των, δεν λέγουν γρυ και σχεδόν προσπαθούν να κρύψουν τα πρόσωπά των, βυθίζοντες μέχρι της ρινός τους πίλους των και συστρέφοντες τους μύστακάς των. Απεναντίας η γυνή βαδίζει εν τω μέσω αυτών, σειομένη όλη, ως άγουσα θρίαμβον, πάλλουσα εξ οργής αλλά και ευχαριστήσεως, αδιαφορούσα αν αναγνωρισθή ή να προκαλέση τα όμματα, το πρόσωπον γυμνόν, την γλώσσαν λελυμένην. Η στάσις αυτής είνε σχεδόν εμπόλεμος και η όλη όψις ερεστικοτάτη, εμφαίνουσα δίψαν φιλονεικίας ακόρεστον, επιθυμίαν πάλης, όρεξιν αγώνος. Αλεκτορίς, θα έλεγες, τινάσσουσα τας πτέρυγάς της κ’ ετοιμαζομένη εις μάχην αλληλομαδήματος. Η φωνή αυτής οξεία, λεπτή, εισερχομένη βαθέως εις το ους ως τρύπανον, κ’ εξικνουμένη μέχρι των ενδοτάτων του εγκεφάλου, και δονούσα και αυτάς τας μάλλον αποκρύφους ίνας του.

   -Παραμάννα! Εξακολουθεί συρίζουσα ως ερπετόν. Τον πρώτο χρόνο ήμουν καλή, το δεύτερο ήμουν καλή!... Τώρα δεν είμαι παρά για την κουζίνα και για να κοιμίζω τα παιδιά! Κάθε βράδυ, κάθε βράδυ· «Θα πάω ‘στου Νικολάκη… Έχουμε δουλειά»! … ‘Στα Ολύμπια είνε η δουλειά σας!

    Και προχωρεί, αλλ’ αργά-αργά, σταματώσα εκάστοτε, προφέρουσα κεχωρισμένας τας φράσεις, μελετημένας προφανώς πρότερον, ως κατά πτύσματα ριπτόμενον δηλητήριον, πεφυλαγμένον επί τούτω υποκάτω της γλώσσης της, χωρίς να κυττάζη πέριξ, ως να ευρίσκεται εις το σπήτι της, όπερ τόσω συχνά αναφέρει, ενώ οι άνδρες σπεύδουν επειγόμενοι τουλάχιστον φαίνεται να εξέλθουν του φωτισμένου χώρου και να φθάσουν υπό τα σκότη της δενδροστοιχίας. Εκάστην λέξιν, ην απαγγέλλει, φαίνεται ως να την σταθμίζη, ν’ αναμετρά την εντύπωσιν ήν θα κάμη, να την οξύνη, νομίζεις, επίτηδες ως αιχμήν βελόνης ην θέλει να εμπήξη εις κρέας. Άρρητος ιδίως είνε η έκφρασις ην δίδει εις το του εκείνο, όταν ομιλή περί των παιδιών του. Αδύνατον θα ενόμιζες τέως μία απλή κτητική αντωνυμία να ημπορή να περιλάβη τόσην χολήν μίσους και βδελυγμίας.

   Ήδη τινές των παρερχομένων ομίλων στρέφουν περίεργοι την κεφαλήν, και πολλοί των διαβατών τείνουν το ους δια να εννοήσουν τι συμβαίνει. Και εκείνη, χωρίς να τους αξιώση ούτε βλέμματος, χωρίς να λάβη τον κόπον ή την αιδώ να προσέξη, ανελίσσει εφ’ όσον προχωρεί το κατηγορητήριον της, ανηλεής, ομιλούσα τριτοπροσώπως νυν, διηγηματικώς, ως εν τω θεάτρω οι ηθοποιοί προς το ακροατήριον, ή προς ένδειξιν μείζονος περιφρονήσεως φαίνεται.

   -Ένα μήνα τώρα πολεμώ ν’ ανακαλύψω πού πάει, τι κάνει… Άμα φάμε, το καπέλλο του κ’ έξω! Στέλνω την Ελένη ‘στου κυρ Νικολάκη:

   «Εδώ είνε ο αφέντης μου;»

   «Τώρα ό,τι βγήκαν με τον δικό μου».

    Την στέλνω ‘στου Σταμάτη:

   «Μήπως ήρθε εδώ ο αφέντης μου;»

   «Όχι, δεν ήρθε!»

   Απόψε μου λέει: «Πάω ‘στου πατέρα μου.» Εμένα μ’ έτρωγαν τα φείδια… Σηκώνομαι, ντύνομαι, πηγαίνω.

   «Καλησπέρα!... Τι; μόνοι σας είσθε;»

   «Μόνοι.»

   «Μα καλά, πού είναι ο Δημητράκης;»

   «Σου είπε πως θάρθη εδώ; Έχει ένα μήνα νάρθη!» Δολοφόνε!...



   Τους παρακολουθώ από τινων στιγμών ήδη. Η παράδοξος αυτή σκηνή, συζυγική έρις προδήλως, εκρηγνυμένη ούτως ανελπίστως προ εμού, εν πλήρει οδώ, εν μέση λεωφόρω, υπό τον μαρμαίροντα αττικόν ουρανόν, ενώ μυρμηκιά πέριξ ο λαός και από του θεάτρου αναπέμπονται, πληρούντες την έκτασιν και διαχύνοντες την φαιδρότητα οι θορυβώδεις της Αΐδας τόνοι, μ’ ελκύει ακατασχέτως, αδιάφορον περιπατητήν, όστις επλάνων προ ολίγων λεπτών άσκοπον το βήμα. Κωφαίνων τον ήχον των βημάτων μου, έπομαι όσον το δυνατόν αψοφητί. Αι ολίγαι λέξεις, ας ήκουσα, αι ποικιλλόμεναι δι’ ονειδισμών και στεναγμών, μου ήνοιξαν αρκετά την όρεξιν. Και ανίκητος επιθυμία με καταλαμβάνει να εξιχνιάσω την αιτίαν της περιέργου σκηνής, ην ούτως ακουσίως έτυχε να συναντήσω έμπροσθέν μου, να παρακολουθήσω τας περιπετείας της, ν’ ανακαλύψω τι συμβαίνει, να την παρατηρήσω εξελισσομένην, να ίδω το αποβησόμενον. Ομολογουμένως δε ό,τι είδα έως τώρα, δικαιολογεί πληρέστατα την περιέργειαν αυτήν. Αλλ’ εννοείται ότι και η φαντασία, η άλλοτε γόησσα και άλλοτε ερινύς αυτή θεότης, δεν αργεί να έλθη επίκουρος δια να την υπεκκαύση. Και ενώ προσπαθώ, λαθραίος, προσεκτικός, ως ωτακουστής, να κρύπτωμαι όσω το δυνατόν μάλλον καλλίτερα – διότι ο ανήρ δεν παύει να στρέφη οπίσω και γύρω του παρατηρών μετ’ αγωνίας – αναλογίζομαι  άμα κατ’ εμαυτόν ποίον άρα γε μυστικόν δράμα να κρύπτουν ίσως αι ολίγαι αυταί φράσεις και τα ολίγα αυτά σχήματα… Τις οίδε ποία άρα γε αλληλουχία γεγονότων, αφ’ ων κρέμανται πολλάκις υπάρξεις όλαι, να εξώθησε τους άνδρας τούτους και την γυναίκα αυτήν, να έρχωνται τοιάυτην ώραν εκεί, να τρέχουν έξω του οίκου των, όχι δια να περπατήσουν ή να ευθυμήσουν, όπως οι άλλοι, αλλά δια να ξεσχίσουν ίσως μετ’ ολίγον τας σάρκας των!... Τις οίδε ποία αγρία απόκρυφος τύχη να έσπρωξε τους ανθρώπους αυτούς, συνήθεις αστούς καθ’ όλα τα εξωτερικά φαινόμενα, να σπεύδουν ούτως ασυνειδήτως δια να φωνάξουν τον πόνον των εις το μέσον του δρόμου, δια να ρίψουν το άλγος των ως παράχορδον θλιβερόν τόνον εν τω φαιδρώ θορύβω λαϊκής συναθροίσεως, δια να πετάξουν την μυχίαν οδύνην των, σφαδάζουσαν βοράν εις τα όμματα του πρώτου τυχόντος!... Τις οίδε ποίας κολάσεως ωρυγαί, ύβρεις, μανία, εξέβαλον τον άνδρα τούτον εις τα αγυιάς, πνιγόμενον, απηλπισμένον, έκφρονα, δια να ζητήση μακρά της οικογενείας – μεγαίρας με γαμψούς όνυχας και βλοσυρούς οφθαλμούς – ανάπαυσιν, ανακούφισιν, ησυχίαν πνέυματος, αέρα!... Τις οίδε ποίας απεχθούς προδοσίας, υπόνοια και λύσσα να έρριψε την γυναίκα αυτήν εκτός, με τα φορέματα εν αταξία, ασθμαίνουσαν, κάθιδρον, μη ενωτιζομένην παρά την κραυγήν της οργής της και μη ακούουσαν παρά το πάθος της! …

   Τίποτε απ’ αυτά.

   Το μυστηριώδες όραμα, δεν είνε, ως εξάγεται, παρά απλή χυδαία έρις αθηναϊκού ανδρογύνου της μέσης τάξεως. Η γυνή φαίνεται μάλλον ηλικιωμένη του ανδρός. Τα ενδύματα αυτής έχουν φορεθή εν σπουδή και ατάκτως, αλλά και εν τάξει αν τα εφόρει δεν θα διεκρίνοντο πιθανώς πολύ δια την κομψότητά των. Η μορφή της, υπό το φευγαλέον φως παρατυχόντος φανού, παρίσταται ικανώς αντιπαθητική. Αι κινήσεις της είνε απότομοι και νευρικαί, και προς την όλην της εν γένει εικόνα φαίνεται ότι πληρέστατα θ’ ανταπεκρίνατο ο τύπος ον είχε υπ’ όψιν του ο λαός, όταν έπλαττε την εκφραστικωτάτην λέξιν του ανδρογυναίκα. Απεναντίας ο ανήρ παρίστατ’ ευσταλής υπό τον κοντόν επενδύτην του, οξύαιχμον κεκαρμένος το γένειον, συμπαθής, επιδεικνύων μικράν ανθοδέσμην εξ ίων προσεισηγμένην εν τη κομβιοδόχη. Προδήλως το ζεύγος είνε ανάρμοστον. Πώς συνηρμόσθησαν, πώς την επήρε δηλαδή, άδηλον. Αλλ’ αυτά συμβαίνουν. Και ο πρώτος χρόνος, και ο δεύτερος χρόνος, θα οικονομήθησαν όπως-όπως, ούτως η άλλως. Αλλά του καιρού παρερχομένου, η δυστροπία του χαρακτήρος της κυρίας, ούτινος αρκετά δείγματα και η σκηνή έδωκεν ήδη, θα ήρχισεν ίσως να μη γίνεται πλέον και πολύ ανεκτή. Προστιθεμένων δε και των εκ της αυξήσεως της οικογενείας και των άλλων παραμαρτουσών ενοχλήσεων, η ζωή εν αυτή δεν θα παρέχη βεβαίως εξαιρετικώς γοητευτικά θέλγητρα. Και φαίνεται ότι ο νέος αυτός έχει την ατυχίαν, τον εγωισμόν ή την καλαισθησίαν, όπως θέλετε, να πλήττη παρά τη ανδρογυναίκα αυτή και να ζητή έξω της εστίας του ό, τι δεν δύναται να εύρη πλησίον της. Τούτο δε ήρκεσε να εξαπολύση την σύζυγον αυτήν, την μητέρα ταύτην, μαινάδα παράφορον, λύκαινα ωρυομένην, εις την δίωξίν του!...



   Αν είνε όμως κοινή και χυδαία ως προς την βάσιν της η σκηνή, δεν είνε πάντως αναξία ενδιαφέροντος εν ταις λεπτομερείαις της. Αν όχι άλλο, το πλαίσιον εν ω εκτυλίσσεται από τινων στιγμών, θα ήτο αντάξιον καθ’ όλα και δι’ υψηλής ακόμη εικόνα τραγωδίας. Έφθασαν ήδη βαδίζοντες υπό την δενδροστοιχίαν. Οι φανοί δεν έχουν αναφθή εν αυτή (δοτ.), και εκτείνεται πέραν, σκοτεινή και μακρά. Και τα φυλλώματα των δένδρων της συμπλέκονται υπέρ τας κεφαλάς των πένθιμα, ενώ μυστηριωδώς θροούσιν υπό τον άνεμον του βασιλικού κήπου τα ζοφερά βάθη, και κυάνεον απλούται άνωθεν το στερέωμα και τα άστρα ρίπτουν αμαυράν κ’ υποτρέμουσαν φεγγοβολήν… Τοιαύτη δεν ήτο περίπου η νυξ καθ’ ην έβαλες τον τελευταίον σου στεναγμόν, ω Δεσδεμόνα;… Αλλά της Δεσδεμόνας το πρόσωπον εν τη χυδαία σκηνή της αθηναϊκής δενδροστοιχίας, θα ηδύνατο αστειότατα, παρ’ όλην την ποίησιν της νυκτός, να παίξη ο δυστυχής σύζυγος, ενώ η γυνή θα ηδύνατο κάλλιστα να διεκδικήση τον τίτλον Οθέλλου με ποδόγυρον. Η φωνή αυτής αντηχεί πάντοτε διαπεραστική και δυσηχοτάτη, εις τρόπον ώστε αρχίζουν εμού αυτού, του αδιαφόρου παρατηρητού, να εξεγείρωνται βαθμηδόν τα νεύρα, και μου έρχεται να ριφθώ και να της βγάλω την γλώσσαν. Τα κινήματα αυτής είνε διηνεκώς απειλητικά και η στάσις της, αγώνος στάσις. Προφανώς διακρίνει την δυσχέρειαν, εις ην εμβάλλει τους συνοδούς της, και εννοεί να καταχρασθή αυτής ει δυνατόν απεριορίστως.  Τη αληθεία σπανιώτατα έτυχε να παραστώ εις τοιούτο πρωτοφανές και απελπιστικόν, μα την Έριδα, είδος γρίνιας. Η θέσις των ανδρών είνε ακριβώς αξιοδάκρυτος. Λυπούμαι ιδίως εξαιρετικώς τον φίλον του συζύγου, όστις ευρίσκεται προδήλως περιπεπλεγμένος, και δεν ηξεύρει τι να κάμη, εν δυσκολωτάτη στάσει, αμφιβάλλων αν πρέπη να τους αφήση να λύσουν τας διαφοράς των μόνοι των ή να εξακολουθήση παίζων και αυτός τον βωβού τριταγωνιστού αρκετά κωμικόν ρόλον του. Χρειάζεται δε βεβαίως ικανή δόσις ανεκτικότητος, ώστε να υπομένουν τα βασανιστήρια εις α τους υποβάλλει ο απροσδοκήτως ενσκήψας αυτός δήμιός των. Αν αυτοί βραδύνουν το βήμα, αυτή το επισπεύδει, αναγκάζουσα αυτούς να την παρακολουθούν και άκοντες. Αν αυτοί αρχίσουν να σπεύδουν, αυτή σταματά επίτηδες. Αν θελήσουν να διευθυνθούν προς τα δεξιά, αυτή τους ωθεί να στραφούν προς τ’ αριστερά. Αν στραφούν προς τ’ αριστερά, αυτή τους πιέζει να στραφούν προς τα δεξιά. Αν θέλουν ν’ αποφύγουν την απειλουμένην προσέγγισιν ομίλων διαβατών, αυτή τους εκβιάζει να συγκρουσθούν με αυτούς πρόσωπον με πρόσωπον. Και αι μομφαί και τα παράπονα, και αι μεμψιμοιρίαι, εκτυλίσσονται πάντοτε, ακατάπαυστοι, φορτικώτατοι:

   -Για την κουζίνα, αι;… Να σου κοιμίζω τα παιδιά σου, αι;…

   Και ανά παν λεπτόν, εις εκάστην φράσιν της, ως βάσις των αιτιάσεων, φέρονται εις το μέσον τα παιδιά – τα παιδιά του, ως τ’ αποκαλεί -, ως να του τα ρίπτη εις το πρόσωπον, ως να μην είναι και ιδικά της, μετ’ εκφράσεως υψίστης καταφρονήσεως και υπάτης αγανακτήσεως διότι κατεδικάσθη να τα περιποιήται, ως να εκτελή πράττουσα τούτο υπηρεσίαν επιβεβλημένην και να προσφέρη εκδούλευσιν προς αυτόν… Και τα ακούει εκείνος, σιωπηλός, κύπτων την κεφαλήν, χαμαί νεύων, χωρίς να απαντά, καταπίνων τον θυμόν του…



   Αλλά φαίνεται ότι από μικρού απηύδησε. Και, βαιά τη φωνή:

   -Θα σωπάσεις επί τέλους; λέγει.

   -Εγώ να σωπάσω;… Σιγά μη μου βουλώσης και το στόμα!

   -Θα τραβήξης να πάμε ‘στο σπήτι;

   -Δεν πάω!... Ό,τι θέλω θα κάμω!

   -Αι, τότε λοιπόν έλα να καθήσης… Εγώ εκόπηκα…

   Και κάθηται επί τινος των παρακειμένων θρανίων της δενδροστοιχίας.

   -Δεν κάθουμαι, όχι!

   Αναγκάζεται συνεπώς να εγερθή.

   -Πάμε λοιπόν, επαναλαμβάνει.

   Αλλά τότε:

   -Δεν πάμε πουθενά. Θα καθήσω. Είμαι κουρασμένη.

   Προδήλως ο άνθρωπος υποφέρει δεινώς.

   -Μα τι είνε αυτά τέλος πάντων; της λέγει. Τι κάνεις έτσι;… Έτσι θα φωνάζης ολοένα; Δεν ντρέπεσαι λιγάκι τον κόσμο;

   Και εκείνη, ως να προσκαλή ακριβώς τον κόσμον αυτόν, τον περιπλανώμενον γύρω και κυκλούν αυτούς θηρίον, όπερ τόσον φαίνεται ότι φοβείται ο ανήρ, υψούσα την φωνήν, αναιδής, αυθάδης:

   -Δεν ‘ντρέπουμαι κανένα! Δεν έχω ανάγκη κανένα! Ας έλθουν όλοι ν’ ακούσουν και να ιδούν τι κακούργος είσαι!...

    Έχασεν εις το κάτω της γραφής την υπομονήν. Και αρπάζων αυτήν αυτός πλέον τώρα από του βραχίονος, ωθών αυτήν επιβλητικώς, αξιωματικώς, σχεδόν βαναύσως:

   -Εμπρός! της λέγει, δεν υποφέρεσαι πλέον! Στο σπήτι! Τράβα!

    Αλλ’ αυτή, ανετινάχθη όλη διαμιάς, αγρία, έξαλλος.

   -Άφησέ με! ωλόλυξε. Θα σε φάω κακομοίρη!

   Η κραυγή αυτής αντήχησε διάτορος εν τη νυκτί και ενόμισα ότι είδα εν τω σκότει λευκάζοντας τους οδόντας της, ωσάν αυτήν εκείνην την στιγμήν ο θήλυς Καννίβαλος να ήθελε να πραγματοποιήση την απειλήν.

   Και ο τάλας, έντρομος προ της απροσδοκήτου οξύτητος της φωνής και προ της ακατασχέτου βιαιότητος, αφίνει αύθις τον βραχίονά της, ηττημένος, υποτεταγμένος, βλέπων ότι το καλλίτερον πάλι είνε να δώση τόπον τη οργή.περιδεέστερος ή το πριν.



   Και η σκηνή επαναλαμβάνεται και εξακολουθεί όπως και πρότερον, της γυναικός αναλαβούσης την θριαμβευτικήν εν τω μέσω πορείαν της, και εξεμούσης ό,τι της καταβή, και επικαλουμένης εκάστοτε ως αίσχος εις ο την υπεχρέωσεν ο άτιμος αυτός και ως έγκλημα δι’ ο είχε δίκαιον να κατηγορή αυτόν τον κακούργον ότι την αφίνει κάθε βράδυ μόνην ‘στο σπήτι δια να κοιμίζη τα παιδιά του, και υβριζούσης εν φαρμακερώ σιέλω, ενώ εκείνοι κρύπτουν εκ νέου τας μορφάς των, με καταβιβασμένους τους πίλους των και συστρέφοντες τους μύστακάς των.

   Με το αυτό βάδισμα και τας αυτάς στάσεις και τα αυτά επεισόδια έφθασαν ήδη εις το τέλος της δενδροστοιχίας.

   Εκείθεν, έκαμψαν αριστερά, προς την πλατείαν του Συντάγματος.

   Κατήλθον εις αυτήν.

   Έκαμαν ολίγα βήματα.

   Και, δια τινος των παρόδων της, τους έχασα αίφνης απ’ έμπροσθέν μου.

   Παρετήρησα γύρω δια να ίδω πού διηυθύνθησαν, αλλά δεν τους είδα πλέον.

   Είχα βαρυνθή άλλως τε να τους παρακολουθώ.

   Και ενώ απέρχομαι, γελών ενδομύχως δια την αλλόκοτον ιστορίαν, εις ην παρέστην προ μικρού ούτως ανελπίστως ακουσίως μάρτυς, συλλογίζομαι αφ’ ετέρου μετά λύπης τα δυστυχή μωρά, άτινα απέμειναν εις το σπήτι, μόνα μετά την ερήμωσίν του προ ολίγου και υπό των δύο κυρίων του, των ηρώων της σκηνής, εμπεπιστευμένα ίσως εις την φύλαξιν καμμιάς υπηρετρίας, ήτις θα ερωτολογή πιθανώς και αυτή τώρα εν τω μαγειρείω και θα τα στέλλη εις τον διάβολον, εγκαταλελειμμένα και από τον πατέρα αυτόν φεύγοντα την όψιν της μαινάδος ταύτης και από την μητέρα αυτήν τρέχουσαν εις τας οδούς, προς καταδίωξιν του φυγάδος τούτου, και θα κλαίουν βέβαια την στιγμήν ταύτην, τα ταλαίπωρα βρέφη, και θα οιμώζουν και θα κόπτωνται μέσα εις τα μικρά λίκνα των…



                                   Εστία, 2/4/1889      

    







Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

Glenn Gould - Brahms: Ballades, Op.10 (youtube, 31 Δεκ 2014)

............................................................


Glenn Gould - Brahms: Ballades, Op.10


Δημοσιεύτηκε στις 31 Δεκ 2014
 
 
4 Ballades, Op. 10
 
Ballade In D Minor Op.10, No.1
Ballade In D Major Op.10, No.2
Ballade In B Major Op.10, No.3
Ballade In B Minor Op.10, No.4

Composed By – Johannes Brahms
Piano, Producer – Glenn Gould
Title on label is "GLENN GOULD Plays BRAHMS".


O K. Ξ. Γιαννόπουλος για τον Μιχαήλ Μητσάκη (συνέντευξη στον Γ.Ν.Μπασκόζο) (http://www.oanagnostis.gr, 18/6/2017)

.............................................................
 

O K. Ξ. Γιαννόπουλος για τον Μιχαήλ Μητσάκη (συνέντευξη στον Γ.Ν.Μπασκόζο)



Κύριε Γιαννόπουλε πρόσφατα εκδώσατε μια μυθιστορηματική βιογραφία  για τον Μιχαήλ Μητσάκη, έναν ξεχασμένο, ιδιαίτερο πεζογράφο.Γιατί επιθυμείτε να ξανασυστήσετε σήμερα τον Μιχαήλ Μητσάκη; Υπάρχει κάποιο άλλο ενδιαφέρον, πέρα από το φιλολογικό;
Πριν απαντήσω στην πρώτη ερώτησή σας, θα έπρεπε  να πω ότι αυτό το βιβλίο είχε μία περιπέτεια. Το έγραψα κατόπιν παραγγελίας μέσα σε εννέα μήνες, αλλά ο εκδοτικός οίκος έβαλε λουκέτο. Περίμενα οκτώμισι  χρόνια να εκδοθεί. Τώρα όσον αφορά το θέμα μας, τον Μιχαήλ  Μητσάκη τον διάλεξα γιατί, ενώ είναι από τις σημαντικότερες συγγραφικές φυσιογνωμίες της γενιάς του 1880, παρέμεινε ο πλέον παραγκωνισμένος, και έως πρόσφατα, τουλάχιστον,  ο πλέον παραμελημένος συγγραφέας από την κριτική της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ο Μιχαήλ Μητσάκης έκανε το «λάθος» να τα βάλει με τον νεαρό Παλαμά και το πρώτο Αθηναϊκό μυθιστόρημα του Ξενόπουλου. Αυτό, ο Παλαμάς και ο Ξενόπουλος δεν το ξέχασαν ποτέ και φρόντισαν να τον συκοφαντήσουν. Επομένως, τον  αδίκησαν κατάφορα, αντί να αδιαφορήσουν γι αυτόν. Πράγμα που θα ήταν προτιμότερο, ίσως.
Τοποθετείτε τον Μητσάκη μαζί με τον Βιζυηνό και τον Παπαδιαμάντη. Υπάρχουν κοινά στοιχεία σε αυτούς τους τρεις;
Ο Μιχαήλ Μητσάκης είναι ισότιμο μέλος της  τριανδρίας Παπαδιαμάντης-Βιζυηνός-Μητσάκης. Αλλά είναι ο πλέον άγνωστος από τους τρεις. Ο Μιχαήλ Μητσάκης έχει ένα πρόσθετο ενδιαφέρον, σε σχέση με τους δύο ομοτέχνους του, το οποίο βρίσκεται στο γεγονός ότι όταν μπαινόβγαινε στο Δρομοκαϊτειο, έγραψε ποιήματα στα γαλλικά, τα οποία χαρακτηρίζονται από Γάλλο μελετητή και μεταφραστή του ως προσουρρεαλιστικά. Ο Μιχαήλ Μητσάκης δεν έγραψε εκτενή διηγήματα όπως ο Βιζυηνός, ούτε  μυθιστορήματα όπως ο Παπαδιαμάντης, έχει μικρότερη λογοτεχνική παραγωγή από αυτόν και η πλειονότητα των έργων του είναι αφηγήματα, ταξιδιωτικές εντυπώσεις και Αθηναιογραφήματα. Είναι όλα εξαιρετικής ποιότητας και με ιδιαίτερο προσωπικό ύφος. Δύο δε από αυτά θεωρούνται πλέον αριστουργήματα:   Ο «Αυτόχειρ» και ο «Αόρατος». Όμως ο Μιχαήλ Μητσάκης δεν έχει κοινά στοιχεία, γλωσσικά και κειμενικά, με τους άλλους δύο.
Γράφετε ότι ήταν ευαίσθητος, ασυμβίβαστος, πικρόχολος και απελπισμένος. Ήταν προϊόν της εποχής του ή της ιδιοσυγκρασίας του;
Ήταν όλα  αυτά, αλλά όχι από την αρχή, όταν ξεκινούσε στην «Ακρόπολι» του Γαβριηλίδη και σε άλλα έντυπα της εποχής. Προϊόντος όμως του χρόνου, και των μύδρων που εξαπέλυε, όχι μόνον κατά των ομοτέχνων, αλλά και των νεοελληνικών ηθών της εποχής του,  συν το γεγονός ότι δεν κατάφερε να βγάλει βιβλίο, όπως και ο Παπαδιαμάντης φυσικά, άρχισε να απογοητεύεται και να οδηγείται αργά αργά προς την τρέλα. Είναι γεγονός, ότι είχε εκρηκτική ιδιοσυγκρασία, αλλά ήταν ιδιοφυής συγγραφέας και το ήξερε, οπότε δεν θα άντεχε τον αποκλεισμό αλλά και την ρετσινιά του τρελού που, ήταν μάνα εξ ουρανού γι αυτούς που ήθελαν να τον πλήξουν και να τον περιθωριοποιήσουν. Μην ξεχνάμε όμως, ότι από τους τρεις, ο μεν Παπαδιαμάντης ήταν μέθυσος, οι δε Βιζυηνός και Μητσάκης ήσαν τρόφιμοι ψυχιατρείου.
Ήταν ένας από τους λίγους σατιρικούς συγγραφείς. Γιατί δεν είχε επιγόνους; Ποια η γνώμη σας;
Όντως, ήταν ένας από τους σπουδαιότερους σατιρικούς συγγραφείς της εποχής του, εφάμιλλος του Εμμανουήλ Ροίδη, ο οποίος έχοντας αναγνωρίσει την αξία του, θεωρούσε ότι δεν του «επιτρεπόταν» να «κάμει ύφος». Η σατiρική του φλέβα φάνηκε σε ένα πρωτόλειο διήγημα, το οποίο έστειλε στον Φιλαδέλφειο διαγωνισμό. Σε αυτό, μιλάει για έναν πατέρα ο οποίος αρνείται να βαπτίσει τον γιo του στην Αγία Σοφία, αν η Αγία Σοφία και ολόκληρη η Κωνσταντινούπολη δεν ξαναγίνει Ελληνική. Το διήγημα αυτό απέσπασε τον πρώτο έπαινο, καθώς και την προσοχή του Νικολάου Πολίτη και του Άγγελου Βλάχου, μέλη της κριτικής επιτροπής. Το γιατί δεν είχε επιγόνους, όχι μόνο στα σατiρικά έργα του, εντοπίζεται μάλλον, στο γεγονός ότι ήταν ιδιόρρυθμος και εξαιρετικά εκκεντρικός, και στην γραφή και στην ζωή του. Σε μία μόνη παράγραφο χώρεσε δεκαέξι ρήματα. Όπως καταλαβαίνει κανείς, το ύφος του ήταν αμίμητο. Και επομένως, δύσκολο να επηρεάσει επιγόνους, πολύ περισσότερο δε να δημιουργήσει σχολή. Το διήγημα που ανέφερα πιο πάνω ως αριστουργηματικού ύφους, ο «Αόρατος», είναι μοναδικό στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας και όχι μόνο της εποχής του Μιχαήλ  Μητσάκη, αλλά και στην πεζογραφία του ίδιου. Το διήγημα αυτό θυμίζει έντονα το «Αντίστροφα» του Γιορίς Ισμάν. Όσο για τον «Αυτόχειρα», μπορούμε να πούμε ότι θυμίζει αμυδρά Έδγαρ Άλλον Πόε.
Ο συγγραφέας Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος
Λέτε ότι ήταν ακατάταχτος αλλά και επηρεασμένος από τους γάλλους,  τον Ρεμπώ κ.ά. Τι ήταν τελικά;
Η παιδεία του Μιχαήλ Μητσάκη όπως και του Σολωμού, του Κάλβου, του Καρυωτάκη και του Βιζυηνού ήταν ευρωπαϊκή.  Κανείς από αυτούς δεν είχε σχέση με την παράδοση. Το ίδιο και ο Μιχαήλ Μητσάκης, ο οποίος επίσης, κατά δική του μάλιστα ομολογία, δεν γνώριζε την Αρχαιοελληνική γραμματεία, πράγμα το οποίο θεωρώ ότι αποτελεί υπερβολή. Επί πλέον αντίθετα από τον Παπαδιαμάντη δεν είχε σχέση με την Ελληνορθόδοξη παράδοση, ούτε καν με τον Χριστιανισμό. Ήταν αγνωστικιστής. Ο Μιχαήλ Μητσάκης είχε μάθει μόνος του γαλλικά και μπορούσε να διαβάζει συγγραφείς, όπως ο Ζεράρ Ντε Νερβάλ, ο Μπωντλαίρ, ο Ρεμπώ και άλλους στο πρωτότυπο. Είχε επίσης σχέση με τον nonsense και το παράλογο του Λούις Κάρολ. Λέω χαρακτηριστικά στο βιβλίο, ότι αν ο Μπρετόν είχε διαβάσει τα γαλλικά του ποιήματα θα τον είχε συμπεριλάβει στην «Ανθολογία του Μαύρου Χιούμορ». Όσο για το γεγονός ότι ήταν ακατάτακτος,  αυτό μπορεί να το διαπιστώσει κανείς διαβάζοντας τα διαφορετικού ύφους πεζογραφήματά του, αρχίζοντας από την «Δεκαέτιδα» και φτάνοντας μέχρι τον «Αυτόχειρα». Παρ ότι το «Εις Αθηναίος Χρυσοθήρας» είναι διήγημα φαντασίας, ωστόσο βασίζεται στο ιστορικό γεγονός των Λαυρεωτικών. Η μοναδική του αυτή νουβέλα, διαφέρει και ως θεματολογία και ως διαπραγμάτευση από πολλά άλλα πεζά του. Πολύ σχηματικά θα μπορούσε να κατατάξει κανείς τα έργα του, στο είδος του αφηγήματος. Ο Μιχαήλ Μητσάκης άλλοτε φαντασιώνεται, άλλοτε σαρκάζει, άλλοτε μιλάει σπαρακτικά και πολλές φορές μετέρχεται ένα έντονα λυρικό ύφος.
Αν δεν είχε το σπέρμα της τρέλας του, τι θα ήταν κατά τη γνώμη σας;
Δίχως την ιδιορρυθμία αυτή, θα είχε ενδεχομένως κάνει μία επιτυχή καριέρα δημοσιογράφου, ίσως και πεζογράφου, αλλά θα απέφευγε τις κακοτοπιές, δεν θα ξεσπάθωνε εναντίον του Παλαμά, δεν θα λιβελογραφούσε εναντίον του  Ξενόπουλου και προφανώς, θα ήταν ένας σοβαρός επαγγελματίας, ο οποίος θα πρόσεχε πολύ τους ομοτέχνους του για να μην τον θίξουν. Θα ήταν δηλαδή με την πλειοψηφία των κομφορμιστών. Χωρίς το σπέρμα της τρέλας του ο Μιχαήλ Μητσάκης δεν θα ήταν ο Μιχαήλ Μητσάκης.

 

info: Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος, Στον φεγγίτη του μυαλού του Μιχαήλ Μητσάκη, εκδόσεις Λέμβος