Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου 2017

Munir Bashir Best Of Oud Music (youtube, 1/6/2017)

...............................................................


Munir Bashir Best Of Oud Music

 (youtube, 1/6/2017)



"Το Show είναι των Ελλήνων" - Από την εισαγωγή του βιβλίου/φωτ.άλμπουμ του Dmitri Kessel "Ελλάδα 1944" (εκδ. "Άμμος", 1997)

..............................................................


"Φωτογράφισε τους Έλληνες. Είναι δικό τους το σόου"*  

    (Ουίνστον Τσόρτσιλ, στην Αθήνα, Χριστούγεννα του 1944)







…Αποφάσισα να επιστρέψω στην Αθήνα. Στο δρόμο της επιστροφής σταματήσαμε στη Λαμία, στο αρχηγείο του ΕΛΑΣ. Η αγγλική αποστολή είχε πέσει με αλεξίπτωτα στην Ελλάδα πριν δυο χρόνια, είχε κι αυτή το αρχηγείο της εκεί. Επικεφαλής ήταν ο ταγματάρχης Σαμ Φόρσαλ. Οι Βρετανοί είχαν εκπαιδεύσει τους αντάρτες στις καταστροφές και το σαμποτάζ. Οι αξιωματικοί και οι στρατιώτες είχαν καταλύσει σ’ ένα μικρό σπίτι και με κάλεσαν να μείνω εκεί. Μαζί με τον ΕΛΑΣ βρισκόταν στη Λαμία και μια ρώσικη στρατιωτική αποστολή από 4 αξιωματικούς με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Ποπώφ.

   Κάποιο απόγευμα οι Βρετανοί κάλεσαν τους Ρώσους για φαγητό. Ένας δεκανέας έκοψε μια μεγάλη ψητή γαλοπούλα και μοίρασε τα κομμάτια.  Μετά έκατσε να φάει μαζί μας. Καθόμουν δίπλα στον συνταγματάρχη Ποπώφ που μου είπε στα ρώσικα: «οι οικοδεσπότες προσπαθούν να μας εντυπωσιάσουν με τη δημοκρατική συμπεριφορά τους προς τις χαμηλότερες βαθμίδες. Είμαι βέβαιος πως όταν είναι μόνοι, ο δεκανέας τρώει στην κουζίνα». Του εξήγησα πως είχε άδικο. Γι’ αυτούς τους ανθρώπους που ζούσαν μαζί τόσο καιρό και μοιράζονταν τον κίνδυνο πίσω απ’ τις γραμμές των Γερμανών, οι βαθμοί είχαν χάσει τη σημασία τους. Δεν με πίστεψε.

   Στη Λαμία συνάντησα τον διοικητή των αντάρτικων δυνάμεων. Ήταν ο Άρης (θεός του πολέμου) Βελουχιώτης, ένας πολύ εύσωμος, εντυπωσιακός άντρας με μακριά πυκνή γενειάδα, φυσεκλίκια στο στήθος κι ένα ασημένιο στιλέτο στη ζώνη. Ο Βελουχιώτης είχε τη φήμη θαρραλέου πολεμιστή και αμείλικτου εκτελεστή, όχι μόνο των Γερμανών αλλά και των Ελλήνων συνεργατών τους καθώς και των πολιτικών του αντιπάλων.



   Την Κυριακή 3 Δεκεμβρίου βρισκόμουν στην Αθήνα, στην πλατεία Συντάγματος, μαζί μ’ έναν Αμερικανό ρεπόρτερ, τον Κόνι Πούλος. Είχε ξεκινήσει μια μεγάλη διαδήλωση. Οι οπαδοί του ΕΑΜ διαμαρτύρονταν για τον αφοπλισμό των δυνάμεων του ΕΛΑΣ. Η αστυνομία είχε διαταχθεί να σταματήσει τη διαδήλωση κι είχε σχηματίσει ένα κλοιό στο δρόμο. Την προηγούμενη μέρα η κυβέρνηση είχε δώσει την άδεια της αλλά αργά τη νύχτα η άδεια ανακλήθηκε. Οι αξιωματούχοι του ΕΑΜ δήλωσαν πως ήταν αδύνατον να ματαιώσουν τη διαδήλωση σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα κι αποφάσισαν να προχωρήσουν.

      Ένα τεράστιο πλήθος γέμιζε το δρόμο μπροστά στον αστυνομικό κλοιό. Ξαφνικά ακούστηκαν πυροβολισμοί κι ακολούθησε μια ριπή. Βρισκόμασταν με τον Κόνι έξω από τα Παλαιά Ανάκτορα, απέναντι από τον κλοιό της αστυνομίας. Όταν άρχισαν οι πυροβολισμοί εγκλωβιστήκαμε ανάμεσα στις πρώτες γραμμές των διαδηλωτών και τους αστυνομικούς. Καλυφθήκαμε πίσω από το τοιχαλάκι του δρόμου που οδηγεί στα ανάκτορα. Με τους πρώτους πυροβολισμούς οι διαδηλωτές έπεσαν κάτω, «Πυροβολούν άοπλους», είπε ο Κόνι. «Ναι», του απάντησα, «κοίτα αυτόν αριστερά». Σχεδόν 15 πόδια μακριά μας, ένας άντρας με το πρόσωπο γεμάτο αίματα προσπαθούσε να σηκωθεί από το έδαφος. Κρατούσε το στομάχι του κι αίματα ανάβλυζαν μέσα απ’ τα δάχτυλά του.

   Οι σποραδικοί πυροβολισμοί σταμάτησαν σε μερικά δευτερόλεπτα. Οι διαδηλωτές σηκώθηκαν κι άρχισαν να διαλύονται. Μερικά σώματα έμεναν ακίνητα στο δρόμο. Κάποιος ζητούσε βοήθεια. Όσοι τραυματίες μπορούσαν να περπατήσουν υποβαστάζονταν από τους συντρόφους τους. Μετά από μια μικρή διακοπή, η αστυνομία πυροβόλησε ξανά. Όταν φάνηκε πως οι πυροβολισμοί σταματούν οριστικά, μερικοί διαδηλωτές εμφανίστηκαν στην πλατεία Συντάγματος για να μαζέψουν τους νεκρούς και τους βαριά τραυματισμένους. Η αστυνομία πυροβόλησε και τους απώθησε.

   Συνολικά η αστυνομία σκότωσε 23 και τραυμάτισε 140, ανάμεσά τους και πολλές γυναίκες. Αυτό, όμως, δεν σταμάτησε τους διαδηλωτές που άρχισαν να κατευθύνονται προς τον αστυνομικό σταθμό απ’ όπου αναχαιτίστηκαν με νέα πυρά. Την ίδια στιγμή τα βρετανικά τεθωρακισμένα που είχαν σταθμεύσει κατά μήκος της Πανεπιστημίου κινήθηκαν κι εμφανίστηκαν στο δρόμο οι άντρες της βρετανικής στρατιωτικής αστυνομίας. Οι διαδηλωτές τους υποδέχτηκαν  με ανακούφιση κι έτρεξαν στη πλατεία Συντάγματος να τους αγκαλιάσουν και να τους φιλήσουν. Ένας Βρετανός αξιωματικός φώναξε στο διευθυντή της αστυνομίας Άγγελο Έβερτ που στεκόταν στον εξώστη του αστυνομικού αρχηγείου. «Σταματήστε αμέσως να πυροβολείτε». Ο Έβερτ απάντησε με αθωότητα: «Ποιος πυροβολεί;»

   Οι διαδηλωτές συγκεντρώθηκαν ξανά. Αυτή τη φορά κρατούσαν μια πελώρια αμερικάνικη σημαία και κατέβαιναν αργά το δρόμο φωνάζοντας ρυθμικά: «Ρούζβελτ, Ρούζβελτ». Δεν επιχείρησαν να επιτεθούν στον αστυνομικό σταθμό. Μετά από λίγο οι δρόμοι έμειναν έρημοι. Μερικοί άντρες και γυναίκες άφηναν πρόχειρους ξύλινους σταυρούς στα σημεία που είχε χυθεί  το αίμα των θυμάτων. Άλλες γυναίκες μάζευαν το αίμα σε χαρτοσακούλες και παλιές κονσέρβες. Την επόμενη μέρα, στην κηδεία των 23 θυμάτων, καταλάβαμε γιατί.



   Η νεκρώσιμη ακολουθία έγινε στη Μητρόπολη κι ένα μεγάλο πλήθος προσευχόταν στη μικρή πλατεία. Από εκεί, η νεκρική πομπή κατευθύνθηκε στο Σύνταγμα. Τα φέρετρα παρατάχτηκαν σε μια γραμμή, εκεί όπου τα θύματα των πυροβολισμών της Κυριακής είχαν πέσει. Όλοι γονάτισαν σε σιωπηλή προσευχή. Μερικοί κρατούσαν πανό γραμμένα με το αίμα των θυμάτων. Ένα που βρισκόταν στην κορυφή της πομπής, έγραφε: «Όταν ο λαός είναι αντιμέτωπος με τον κίνδυνο της τυραννίας πρέπει να διαλέξει ανάμεσα στις αλυσίδες και τα όπλα». Ήταν πιτσιλισμένο με αίμα.

   Στους δρόμους, χιλιάδες Αθηναίοι περίμεναν την πομπή να περάσει. Ένας καλοντυμένος κύριος στην είσοδο του νεκροταφείου μιλούσε αγγλικά σε μια ομάδα Αμερικανών και Βρετανών ανταποκριτών. «Είναι μια μέρα οδύνης για τους Έλληνες. Όλοι μας, αριστεροί και δεξιοί, πενθούμε. Θάβαμε τους νεκρούς μας συχνά τα τελευταία τέσσερα χρόνια… πολύ συχνά. Ήταν θύματα των γερμανικών αντιποίνων, θύματα της πείνας. Ο λαός μας πέθαινε, αλλά η ελπίδα της απελευθέρωσης και μιας πιο φωτεινής μέρας ήταν ζωντανή. Μετά ήρθατε εσείς, οι σύμμαχοι. Οι Γερμανοί είχαν φύγει και πανηγυρίσαμε. Πιστέψαμε πως τα χρόνια του πένθους πέρασαν και πως οι μέρες της χαράς και του γέλιου γύρισαν ξανά. Όμως», συνέχισε δείχνοντας τα φέρετρα που περνούσαν, «σήμερα θρηνούμε άλλη μια φορά. Από τον τρόπο που μιλάω μπορεί να πιστέψετε πως είμαι κομμουνιστής. Δεν είμαι, ούτε καν σοσιαλιστής. Ανήκω σ’ αυτό που ονομάζεται ανώτερη αστική τάξη. Είμαι επιχειρηματίας. Πάνω απ’ όλα, όμως, είμαι Έλληνας και δεν αντέχω πια να βλέπω Έλληνες να σκοτώνονται. Είχαμε πάντα διαφορές μεταξύ μας, είχαμε όμως και τον τρόπο να τις λύνουμε». Από τους λόφους κοντά στην Ακρόπολη και από την κατεύθυνση του Πειραιά ακούγονταν σποραδικοί πυροβολισμοί και ριπές αυτομάτων. Ο ΕΛΑΣ έλυνε τους λογαριασμούς του με τη νεοφασιστική φιλομοναρχική ομάδα Χ και είχε επιτεθεί στον αστυνομικό σταθμό του Πειραιά. Ο εμφύλιος πόλεμος είχε αρχίσει.

   Ολόκληρη τη νύχτα της Δευτέρας και την ημέρα της Τρίτης ακούγαμε πυροβολισμούς και ριπές. Την Τετάρτη οι βρετανικές δυνάμεις ανέλαβαν δράση. Βρετανοί αλεξιπτωτιστές κατέλαβαν τα κεντρικά γραφεία του κομμουνιστικού κόμματος. Εκείνο το πρωί οι δρόμοι της Αθήνας ήταν έρημοι κι ένα γκριζογάλανο πέπλο καπνού απλωνόταν σ’ όλη την πόλη. Οι εκρήξεις των οβίδων και των όλμων ενώνονταν με τους ήχους των ντουφεκιών και των αυτομάτων. Τα πυρά ήταν πυκνά. Το μεγαλύτερο μέρος της πόλης βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο του ΕΛΑΣ. Το ξενοδοχείο της Μεγάλης Βρετανίας έγινε το κέντρο απ’ όπου ο στρατηγός Ρόναλντ Σκόμπι, διοικητής των βρετανικών δυνάμεων, διηύθυνε τις επιχειρήσεις. Πολλά μέλη της ελληνικής κυβέρνησης, μερικοί με τις οικογένειές τους, έμεναν στο ξενοδοχείο. Η «πρώτη γραμμή» ήταν λίγα τετράγωνα πιο κάτω , στην πλατεία Ομονοίας. Από την άλλη πλευρά της πόλης, η περιοχή που ελεγχόταν από τους Βρετανούς και τους δεξιούς Έλληνες τέλειωνε στην Ακρόπολη.

   Ο αρχηγός της αμερικάνικης στρατιωτικής αποστολής στρατηγός Πέρσι Σάντλερ είχε ειδοποιήσει όλους τους Αμερικανούς ανταποκριτές να φορούν μικρές αμερικανικές σημαίες στις επωμίδες για να τους αναγνωρίζουν οι ελεύθεροι σκοπευτές. Ήταν σημάδι πως δεν μετείχαμε στις επιχειρήσεις. Οι Βρετανοί συνάδελφοι ενοχλήθηκαν γιατί έτσι μπορούσαμε να διασχίζουμε τις γραμμές με μικρό μόνο κίνδυνο να πυροβοληθούμε στη «νεκρή ζώνη».

   Οι αντάρτες του ΕΛΑΣ μας δέχονταν με ικανοποίηση, απαντούσαν στις ερωτήσεις μας και μας επέτρεπαν να φωτογραφίζουμε. Φυσικά, οι Βρετανοί ανταποκριτές δεν γίνονταν δεκτοί. Οι Έλληνες φιλομοναρχικοί κατηγόρησαν τους Αμερικανούς ότι μεροληπτούσαν υπέρ των κομμουνιστών. Δεν ήταν αλήθεια. Δεν μπορούσαμε, όμως, να βλέπουμε αδιάφοροι το δράμα του ελληνικού λαού που μόλις είχε σταματήσει να υποφέρει από τη γερμανική κατοχή. Ήταν πολλοί οι αθώοι Έλληνες, γυναίκες και παιδιά ανάμεσά τους, που πέθαιναν.

   Οι κάτοικοι του κέντρου, περικυκλωμένοι από τον ΕΛΑΣ κι αποκομμένοι από την ύπαιθρο που τους προμήθευε τρόφιμα, άρχισαν πάλι να αισθάνονται την πείνα. Οι Βρετανοί έστησαν υπαίθρια μαγειρεία στο κέντρο της πόλης. Κοντά στη Μεγάλη Βρετανία υπήρχε κι ένα εστιατόριο, ο Βασίλης. Εκεί σύχναζαν οι ξένοι ανταποκριτές. Μια μέρα, καθώς έμπαινα να χαιρετήσω τον ιδιοκτήτη, είδα τις καρέκλες αναποδογυρισμένες πάνω στα τραπέζια. Ο Βασίλης καθόταν μόνος κι ολοκλήρωνε το λιτό του γεύμα. Πάνω στο τραπέζι έκανε βόλτες ένα μεγάλο κοτόπουλο και τσιμπολογούσε τα ψίχουλα. «Βλέπεις;» μου είπε δείχνοντας το κοτόπουλο. «Είναι ακόμα ζωντανό. Θα ‘θελα να το φάω αλλά δεν δουλεύει η κουζίνα και δεν έχω νερό για να το μαγειρέψω». Το ηλεκτρικό δίκτυο και η παροχή νερού είχαν κοπεί με την έναρξη των μαχών.

   Στη Μεγάλη Βρετανία φωτιζόμασταν με κεριά ώσπου οι Βρετανοί εγκατέστησαν γεννήτριες. Νερό παίρναμε με δελτίο. Σε μια αίθουσα, ο βρετανικός στρατός οργάνωνε συσσίτιο για τους ενοίκους του ξενοδοχείου, τους πολεμικούς ανταποκριτές και τα μέλη της ελληνικής κυβέρνησης. Υπήρχε και μια λέσχη αξιωματικών με καλές προμήθειες που την ονομάζαμε “Fortress Bar”. Οι αξιωματικοί της ρώσικης αποστολής έτρωγαν κι αυτοί στο συσσίτιο της Μεγάλης Βρετανίας. Συνήθως επέστρεφαν στη ρώσικη πρεσβεία μετά το φαγητό, αλλά αν οι πυροβολισμοί έξω ήταν πυκνοί, μοιράζονταν διάφορα δωμάτια και διανυκτέρευαν.



   Ένα απόγευμα, την ώρα που πίναμε με μερικούς ανταποκριτές στο μπαρ του ξενοδοχείου, ένας βρετανός αλεξιπτωτιστής που καθόταν μαζί μας είπε: «Θα ‘θελε κανείς από σας να πάει στην Ακρόπολη; Στέλνουμε προμήθειες απόψε και υπάρχει χώρος για δύο άτομα». Γνωρίζαμε ότι οι αλεξιπτωτιστές είχαν καταλάβει την Ακρόπολη στις 6 Δεκεμβρίου για να μην πέσει στα χέρια του ΕΛΑΣ. Η θέση της, που δέσποζε στην πόλη, ήταν ιδανική για τους πολεμιστές του ΕΛΑΣ που θα μπορούσαν από εκεί να πυροβολούν ανενόχλητοι προς κάθε κατεύθυνση. Οι Βρετανοί δεν θα τολμούσαν να χρησιμοποιούσαν πυροβολικό και όλμους για να μην κάνουν ζημιά στο μνημείο και να προκαλέσουν τη διεθνή κατακραυγή.

   Εκείνη τη στιγμή όλοι σώπασαν. Εγώ, που ήμουν ήδη αρκετά πιωμένος, σήκωσα το χέρι και ζήτησα να πάω. «Καλά», απάντησε ο Βρετανός. «Σε μια ώρα να είσαι έτοιμος. Θα περάσουμε να σε πάρουμε». Ένας ανταποκριτής μού είπε: «Πρέπει να είσαι τρελός. Αυτός σημαίνει δύο διαδρομές μέσα στην περιοχή του ΕΛΑΣ. Και δεν θα βρεις τίποτα ενδιαφέρον εκεί πάνω». Ίσως να έχει δίκιο, σκέφτηκα, αλλά δεν πρόφταινα ν’ αλλάξω γνώμη. Πήγα στο δωμάτιό μου, συγκέντρωσα λίγα πράγματα σ’ ένα σακίδιο, πήρα τις μηχανές μου και γύρισα στο μπαρ.

   Το δικό μας τζιπ ήταν το δεύτερο σε μια αλυσίδα έξι αυτοκινήτων. Διασχίσαμε μεσ’ στο σκοτάδι τους άδειους δρόμους τρέχοντας με μεγάλη ταχύτητα και σε λίγα λεπτά είχαμε φτάσει στους πρόποδες της Ακρόπολής. Ο οδηγός αναβόσβησε τα φώτα για να δει αν το προπορευόμενο τζιπ είχε σταματήσει. Αμέσως δεχτήκαμε πυρά αυτομάτου όπλου από τις θέσεις του ΕΛΑΣ στο λόφο του Φιλοπάππου. Οι αλεξιπτωτιστές απάντησαν με αυτόματα και όλμους. Τότε, τρέξαμε προς τα μαρμάρινα σκαλοπάτια.

   Οι αλεξιπτωτιστές είχαν καταλύσει μέσα στο Μουσείο. Όπλα, κυάλια και μπερέδες κρεμόντουσαν από τ’ αγάλματα. Οι άντρες, ξαπλωμένοι στο πάτωμα, έγραφαν γράμματα και διάβαζαν στο φως των κεριών. Την επόμενη μέρα τους φωτογράφισα «σε ώρα εργασίας». Η είσοδος της Ακρόπολης ήταν φραγμένη με χοντρά ξύλα κι αμμόσακους. Οι αλεξιπτωτιστές, οπλισμένοι με αυτόματα, είχαν πάρει θέσεις πίσω από πεσμένες κολώνες και μέσα στον Παρθενώνα, όπου υπήρχε σταθμός επικοινωνίας. Φωτογράφισα ένα νεαρό αλεξιπτωτιστή την ώρα που έστηνε έναν ασύρματο στον Παρθενώνα και γύρισα στο Μουσείο να πάρω κι άλλο φιλμ. Καθώς όπλιζα τη μηχανή μου άκουσα δυνατές εκρήξεις. Όταν βγήκα έξω είδα τους τραυματιοφορείς να μεταφέρουν ένα στρατιώτη. Ήταν ο ασυρματιστής. Πληγώθηκε από ένα βλήμα που έσκασε στον Παρθενώνα λίγα μόλις λεπτά αφού είχα βγει.

   Την ίδια νύχτα μια εφοδιοπομπή με γύρισε πίσω στη Μεγάλη Βρετανία. Καθώς μπαίναμε στο αυτοκίνητο οι αλεξιπτωτιστές άνοιξαν πυρ για να μας καλύψουν.



   Οι Αμερικανοί ανταποκριτές στην Αθήνα είμασταν καλεσμένοι για το παραδοσιακό Χριστουγεννιάτικο δείπνο από τους αξιωματικούς της αμερικάνικης αεροπορικής διοίκησης. Το αρχηγείο τους βρισκόταν στο ξενοδοχείο Κοσμοπολίτ κοντά στην Ομόνοια, μια περιοχή ελεγχόμενη από τον ΕΛΑΣ. Στην επιστροφή, ανεβήκαμε στη σκεπασμένη με καραβόπανο καρότσα ενός στρατιωτικού φορτηγού. Ξαφνικά, κάποιοι έκαναν σήμα στον οδηγό και πριν προφτάσει να σταματήσει ακούστηκαν πυροβολισμοί. Όλοι πέσαμε στο πάτωμα. Το καραβόπανο τραβήχτηκε απότομα και μας έλουσε ένα δυνατό φως. Μας διέταξαν να βγούμε έξω. Εκνευρισμένοι Έλληνες αστυνομικοί και δύο Βρετανοί της στρατιωτικής αστυνομίας έλεγξαν τα χαρτιά μας. Ένας Έλληνας μας ρώτησε, μάλλον άγρια, τι γυρεύαμε στην περιοχή του ΕΛΑΣ. Ένας ανταποκριτής του είπε να μην ανακατεύεται σε πράγματα που δεν τον αφορούν. Οι άνθρωποι του τύπου είχαμε δικαίωμα να κυκλοφορούμε όπου θέλαμε. Ο Έλληνας αξιωματικός έγινε έξω φρενών, δεν μπορούσε όμως να κάνει τίποτα. Ο Βρετανός αξιωματικός, που ήταν κι αυτός θυμωμένος, μαλάκωσε και χαμογέλασε όταν του ευχηθήκαμε «Καλά Χριστούγεννα».

   Το επόμενο πρωί παρατήρησα μεγάλη κίνηση έξω από τη Μεγάλη Βρετανία. Μηχανικοί του στρατού κι εργάτες τραβούσαν από τους υπονόμους μεγάλους σάκους γεμάτους δυναμίτη και τους στοίβαζαν στο πεζοδρόμιο. Ο ΕΛΑΣ σχεδίαζε ν’ ανατινάξει το ξενοδοχείο – τον στρατηγό Σκόμπι και την ελληνική κυβέρνηση μαζί του. Οι Βρετανοί και οι Έλληνες ένοικοι μας θεώρησαν ύποπτους. Πώς έγινε κι όλοι οι Αμερικανοί ανταποκριτές λείπαμε από το ξενοδοχείο ακριβώς το βράδυ που θ’ ανατιναζόταν;



   Την ίδια μέρα έφτασε στην Αθήνα ο πρωθυπουργός Ουίνστον Τσώρτσιλ. Ήθελε να μαζέψει τους Έλληνες και των δύο πλευρών, αριστερούς και δεξιούς, γύρω από ένα τραπέζι. Αυτός θα ήταν ο διαιτητής και θα προσπαθούσε να δώσει ένα τέλος στον εμφύλιο πόλεμο.

   Η διάθεση του Τσώρτσιλ δεν ήταν καλή. Δεχόταν επιθέσεις στην πατρίδα του και στις ΗΠΑ για το ρόλο της Βρετανίας στον ελληνικό πόλεμο.

   Ανέβηκε σ’ ένα θωρακισμένο αυτοκίνητο και οδηγήθηκε στη βρετανική πρεσβεία. Ο ακόλουθος τύπου δεν ενημέρωσε τους δημοσιογράφους, είπε μόνο πως αργότερα θα δινόταν συνέντευξη τύπου. Μετά, με πήρε κατά μέρος και με ρώτησε αν μου έμεναν λάμπες για φλας. Απάντησα καταφατικά. «Καλά», μου είπε. «Θα έρθω να σε πάρω σε λίγο». Μου ζήτησε να μην πω τίποτα σε κανέναν. Όταν ξαναγύρισε με οδήγησε στο Υπουργείο Εξωτερικών. Φτάνοντας εκεί κατάλαβα γιατί με είχαν καλέσει. Θα γινόταν η συνάντηση της ελληνικής κυβέρνησης και του ΕΛΑΣ υπό την εποπτεία του Τσώρτσιλ και δεν υπήρχε ηλεκτρικό. Πάνω σ’ ένα τεράστιο τραπέζι είχαν τοποθετηθεί δώδεκα λάμπες θυέλλης που φώτιζαν το χώρο. Ο στρατιωτικός φωτογράφος δεν είχε λάμπες για φλας. Εγώ, όμως, είχα και τις μοιράστηκα μαζί του.

   Οι σύνεδροι μπήκαν στο δωμάτιο. Στη μια πλευρά κάθισε ο Τσώρτσιλ, ο Άντονι Ήντεν, ο σερ Χάρολντ Αλεξάντερ (διοικητής των συμμαχικών δυνάμεων στη Μεσόγειο), ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, ο συνταγματάρχης Ποπώφ και ο Αμερικανός πρέσβης Λίκολν Μα Βω. Απέναντί τους κάθισαν μέλη της ελληνικής κυβέρνησης με τον Παπανδρέου επικεφαλής. Οι αντιπρόσωποι του ΕΛΑΣ δεν είχαν έρθει. Τράβηξα μια φωτογραφία με φλας κι έδωσα δύο λάμπες που απέμεναν στον Βρετανό στρατιωτικό φωτογράφο. Συνέχισα, όμως, να φωτογραφίζω χρησιμοποιώντας το δραματικό φωτισμό του δωματίου.

   Φωτογράφιζα από την ελληνική πλευρά του τραπεζιού σημαδεύοντας με το φακό τον Τσώρτσιλ. Μετά από μερικές λήψεις βρυχήθηκε: «φωτογράφισε τους Έλληνες. Είναι δικό τους το σόου». Πήγα από την άλλη μεριά και τράβηξα μερικές φωτογραφίες. Μετά ξαναγύρισα στη θέση μου και συνέχισα να φωτογραφίζω τον Τσώρτσιλ. Είχα ακουμπήσει τους αγκώνες μου στους ώμους ενός Έλληνα που του είχα ζητήσει να μένει ακίνητος όσο φωτογράφιζα. Ο Τσώρτσιλ, έδειξε τους Έλληνες και φώναξε: «φωτογράφισέ τους!» Με πλησίασε απότομα ένας γεροδεμένος Καναδός συνταγματάρχης. «Τον άκουσες», ψιθύρισε. «Φωτογράφισε τους Έλληνες». Τράβηξα μερικές ακόμη φωτογραφίες κι έφυγα. Οι αντιπρόσωποι του ΕΛΑΣ δεν είχαν φτάσει ακόμη. Αργότερα, έμαθα πως παρά την εγγύηση που είχε δώσει ο στρατηγός Σκόμπι για ασφαλή διέλευση, η αντιπροσωπεία του ΕΛΑΣ αντιμετώπισε προβλήματα και καθυστέρησε να περάσει τις γραμμές. Μερικές μέρες αργότερα ο στρατηγός Σκόμπι και οι εκπρόσωποι του ΕΛΑΣ υπόγραψαν ανακωχή. Η κατάπαυση του πυρός έγινε στις 15 Ιανουαρίου.



   Η Αθήνα ήταν μια άτυχη πόλη. Πέρασε άθικτη τη γερμανική κατοχή, αλλά στον εμφύλιο δέχτηκε χτυπήματα από βόμβες πυροβολικού και ρουκέτες. Πολλά κτίρια είχαν σωριαστεί σε ερείπια. Οι Αθηναίοι ξεχύθηκαν σαν χαμένοι στους δρόμους. Άλλοι έψαχναν για τρόφιμα κι άλλοι αναζητούσαν τους συγγενείς τους που είχαν χαθεί στη διάρκεια των μαχών. Στα περίχωρα, είχαν τοποθετηθεί σε μακριές σειρές πτώματα σχεδόν σε αποσύνθεση. Όσοι Αθηναίοι αναζητούσαν χαμένους συγγενείς, περπατούσαν ανάμεσά τους κλείνοντας τις μύτες τους με μαντήλια. Μέρες πολλές αφότου άφησα την πόλη είχα μαζί μου αυτή τη μυρωδιά θανάτου.


                                                                                 Dmitri Kessel

(από τον πρόλογό του στην φωτογραφική συλλογή του «Ελλάδα 1944», εκδόσεις «Άμμος», 1997)

                                              



*Σημείωση: Μου αρέσει περισσότερο η φράση "Το show είναι των Ελλήνων", όπως τη διέσωσε ο Μένης Κουμανταρέας στο ομώνυμο βιβλίο του. Γνωρίζω ότι ανταποκρίνεται περισσότερο και στην πραγματικότητα, καθώς, όπως μού την εκμυστηρεύθηκε ο ίδιος ο Μ.Κουμανταρέας το 2014, έτσι την βρήκε στα πρακτικά εκείνης της ιστορικής συνάντησης τα Χριστούγεννα του 1944 στα υπόγεια του Υπουργείου των Εξωτερικών. 
   Το βιβλίο του Μ.Κουμανταρέα περιέχει τρεις ιστορίες που αναφέρονται σε αντίστοιχα ιστορικά γεγονότα. Στο ταξίδι του Καβάφη στην Αθήνα το 1936 και στην συναυλία με μελοποιημένα από τον Δημήτρη Μητρόπουλο ποιήματα του μεγάλου Αλεξανδρινού, στην επίδοση του πολεμικού τελεσιγράφου από τον ιταλό πρέσβη στον Ιωάννη Μεταξά στις 28 Οκτώβρη του 1940 και στην ιστορική σύσκεψη υπό τον Τσώρτσιλ στο ελληνικό υπουργείο των Εξωτερικών ενώ μαίνονταν στην πρωτεύουσα τα "Δεκεμβριανά". 
   Η ιδέα στην τρίτη αυτή νουβέλα είναι απλή. Ο γραμματέας και πρακτικογράφος εκείνης της σύσκεψης καλείται, συνταξιούχος πια, από το υπουργείο να παραδώσει το αρχείο του υπουργείου σ' έναν νέο πληροφορικάριο που θα το ψηφιοποιήσει σύμφωνα με τις ανάγκες της νέας εποχής. Τον ξεναγεί λοιπόν στα άδυτα του υπουργείου και φτάνοντας στο υπόγειο της ιστορικής σύσκεψης, που καθόρισε - αμετάκλητα; - το μεταπολεμικό σκηνικό στη χώρα μας, του αναπαριστά όλη εκείνη τη σύσκεψη παίζοντας, μπροστά στα έκπληκτα μάτια του - με ελλιπέστατες ιστορικές γνώσεις - νέου, τους ρόλους όλων των συμμετεχόντων, Ελλήνων και ξένων. Φυσικά και τον ρόλο του Dmitri Kessel που ήταν ο φωτογράφος της σύσκεψης. Όταν θα τελειώσει η "αναπαράσταση", το βλέμμα του νέου προς την σύγχρονη Αθήνα θα έχει αλλάξει. Τώρα πια θα ξέρει...
Σημείωση 2η: Το 2014 (στα 70χρονα από την έναρξη του εμφυλίου) συνάντησα τον Μ.Κουμανταρέα και του ζήτησα την άδεια να κάνω παράσταση τη νουβέλα του. Μετά τη γνωριμία μας και μετά από συζητήσεις 2-3 ημερών μού την  εμπιστεύθηκε. Την είχε ήδη προτείνει στο Εθνικό Θέατρο, επί διευθύνσεως του Νίκου Κούρκουλου, αλλά δεν είχε ενταχθεί στον προγραμματισμό της πρώτης κρατικής μας σκηνής. Τελικά, ούτε κι εγώ κατάφερα να ανεβάσω τη νουβέλα στο "Ιδιόμελο" για λόγους υγείας που μου προέκυψαν ξαφνικά τότε. Ίδωμεν εις το μέλλον...

Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017

Mικρό αφιέρωμα στην PJ Harvey (youtube, 2007, -09, -10, -11)

.............................................................



PJ Harvey - The Wind


(youtube, 17 Νοε 2010)






PJ Harvey - A Perfect Day Elise


(youtube, 22 Νοε 2010)







PJ Harvey - Down By The Water

(youtube, 23 Νοε 2010)





PJ Harvey - This Is Love

(youtube, 26 Ιουν 2009)





PJ Harvey - Rid of Me


(youtube, 8 Νοε 2007)






PJ Harvey - Dress - HD Live (V Festival 2003)


(youtube, 25 Οκτ 2011)




Nick Cave & Friends - Death is not the End.avi

(youtube, 14 Απρ 2011)



"The Square" / «Το Τετράγωνο» - για την ταινία του Ρούμπεν Όστλουντ. Από τον Γιάννη Σμοΐλη (http://cinedogs.gr, 8/12/2017)

.............................................................



 

 

 

 

 

 

 

 

The Square

Σκηνοθεσία: Ρούμπεν Όστλουντ
Παίζουν: Κλάες Μπάνγκ, Ελίζαμπεθ Μος, Ντομινίκ Γουέστ, Τέρι Νοτάρι
Διάρκεια: 142′
Μεταφρασμένος τίτλος: «Το Τετράγωνο»


Έχουμε συνδέσει το γέλιο με καταστάσεις όμορφες, ανέμελες, ανθρώπινες. Πιστεύουμε ανυπόκριτα ότι γελώντας κανείς, έρχεται πιο κοντά στους άλλους, πέφτουν οι τοίχοι, σβήνονται οι διαχωριστικές γραμμές και αναγνωρίζει τον εαυτό του στα άλλα πρόσωπα που επίσης γελούν. Αυτό είναι εν μέρει αλήθεια. Με ποιους, όμως, γίνεται στ’ αλήθεια οικογένεια εκείνος που γελάει; Μα με όσους επίσης βρίσκονται σε θέση ισχύος ώστε να μπορούν να ξεκαρδίζονται με κάτι που για κάποιον άλλο ίσως να είναι βαθιά τραγικό. Όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, μ’ αυτόν που προκαλεί το γέλιο, με το δυστυχισμένο αυτό πλάσμα. Γιατί το γέλιο, δεν ενώνει αλλά διχάζει. Χωρίζει τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες: εκείνους που βρίσκουν γελοία μια κατάσταση καθώς την παρατηρούν απ’ έξω, κι εκείνους που τη βιώνουν ως απελπιστική. Το κωμικό αποξενώνει, διαχωρίζει. Αντίθετα, το τραγικό είναι αυτό που ενώνει, η συμπόνια, η συμπάθεια (το δηλώνει και ετυμολογικά η λέξη) έρχεται μέσα από το τραγικό.



Ο Μπερξόν, θέλωντας να δώσει ένα παράδειγμα για το τι εστί κωμικό, αναφερόταν σε έναν άνθρωπο ο οποίος καθώς περπατάει, σκοντάφτει και πέφτει κάτω ξαφνικά. Τι σηματοδοτεί αυτή η πτώση; Μα μια αιφνίδια δυσλειτουργία στον μηχανισμό της πραγματικότητας. Γελάμε έχοντας μια στιγμιαία ενόραση του Παραλόγου. Αυτός ο άνθρωπος λίγα λεπτά προχωρούσε αγέρωχος προς τη δουλειά του, ήταν ένας από εμάς, ισότιμο μέλος της μεγάλης ανθρώπινης οικογένειας, μοιραζόταν μαζί μας τις ίδιες έγνοιες, την ίδια ηθική, κοινά δικαιώματα και υποχρεώσεις• να όμως που αρκεί μια πτώση για να τον μετατρέψει σε αντικείμενο. Ξαφνικά μοιάζει λιγότερο ανθρώπινος, η μικρή του ατυχία τον αποσπά από τις τάξεις μας, τον μετατρέπει, τρόπον τινά, σε γελοιογραφία. Γελάμε σαν να επισφραγίζουμε έτσι τον στιγμιαίο αποκλεισμό του. Η, ακριβέστερα: τη στιγμή που γελάμε τον έχουμε αποκλείσει. Γιατί βλέπουμε επάνω του τα σημάδια του παράλογου, κρυφοκοιτάζουμε έναν κόσμο χωρίς νόημα κι αυτός ο κόσμος μας ανησυχεί. Θέλουμε να αποσπαστούμε άμεσα από αυτόν που μας υπενθυμίζει αυτή τη δυσάρεστη αλήθεια, ότι τίποτα δεν έχει νόημα. Το γέλιο, κόντρα σε ό,τι έχουμε συνηθίσει να πιστεύουμε γι’ αυτό- είναι μια απάνθρωπη αντίδραση, μας κλείνει πίσω στον εαυτό μας.



Συνεπώς, κάθε κωμωδία ενέχει ένα στοιχείο απανθρωπιάς, όσο αθώα κι αν μοιάζει εκ πρώτης όψεως. Η περίπτωση του The Square, δεν διαφέρει. Πρόκειται για μια μαύρη σάτιρα των μοντέρνων ηθών (στην τέχνη, την κοινωνία, την πολιτική με την ευρύτερη έννοια), που παίρνει αποστάσεις από το αντικείμενό της –την σύγχρονη ανθρώπινη συνθήκη επί πολιτισμικά ανεπτυγμένου, ευρωπαϊκού εδάφους- τοποθετώντας το στην περιοχή του παραλόγου. Οτιδήποτε παρουσιάζεται σ’ αυτό το φιλμ, φλερτάρει με το παράλογο, τη γελοιότητα και το γκροτέσκο. Κι όμως, τίποτα δεν είναι επίτηδες ξεκούρδιστο, όπως στις κωμωδίες του Λάνθιμου για παράδειγμα (ήδη έχουν γίνει οι συγκρίσεις με το σινεμά του Έλληνα σκηνοθέτη, πράγμα που αποκαλύπτει μια τεμπελιά στην προσέγγιση: είναι μεγάλο πρόβλημα να ονομάζεις «λανθιμικό» οτιδήποτε φλερτάρει, γενικά κι αόριστα, με το «παράξενο» χωρίς να μπαίνεις στη διαδικασία να καταλάβεις λίγο καλύτερα τι είναι αυτό που, σε κάθε περίπτωση, θέλει να πετύχει ο σκηνοθέτης, όπως και το να χαρακτηρίζεις «καφκικό» οτιδήποτε αδυνατείς να καταλάβεις με μια πρώτη ανάγνωση). Ο Ρούμπεν Έστλουντ δεν ξεκινάει να εντοπίσει κατευθείαν το μη ανθρώπινο στον σύγχρονο άνθρωπο, όπως κάνει ο Λάνθιμος, απορυθμίζοντας επίτηδες χαρακτήρες και καταστάσεις
Ας θυμηθούμε, εν προκειμένω, τον ρόλο που ενσαρκώνει ο Κόλιν Φάρελ στον πρόσφατο Θάνατο του Ιερού Ελαφιού. Ο γιατρός, λόγω επαγγελματικής και κοινωνικής θέσης έχει στα μάτια του σκηνοθέτη μια απόσταση από τα συναισθήματα. Βρίσκεται «πιο ψηλά» από αυτά. Δεν είναι τυχαίο ότι ο επιλέγει να τον κινηματογραφεί από πάνω ή από κάτω, σπάνια στο ύψος των ματιών. Είναι σαν να θέλεί να μας πει ότι πάνω από την εξουσία του γιατρού, την παγερή και αποστασιοποιημένη, υπάρχει μια άλλη, ακόμα πιο ανελέητη, που κι αυτόν τον αντιμετωπίζει «αφ υψηλού». Ο Φάρελ αρχίζει να αποκτά ανθρώπινες αντιδράσεις και να χρωματίζεται από τα συναισθήματα, από τη στιγμή που το βασίλειο των βεβαιοτήτων του ξεκινά να πολιορκείται από το Παράλογο. Τότε κλονίζεται η απάνθρωπη αυτοκυριαρχία του, καθώς υποψιάζεται την πανταχού παρουσία της «άλλης» εξουσίας που αμφισβητεί τη δική του. Γίνεται άνθρωπος ενώπιον μιας δικαιοσύνης απάνθρωπης. O Έστλουντ, αντιθέτως, υιοθετεί μια ζεστασιά στον τόνο, μια ευπροσήγορη ατμόσφαιρα, ένα καλοσυνάτο χιούμορ και μια συγκαταβατική κατανόηση για τους ήρωές του (δεν είναι παρά άνθρωποι, σε τελευταία ανάλυση, μοιάζει να μας λέει) μόνο και μόνο για να τα ανατρέψει όλα σταδιακά και να προκαλέσει το γέλιο εκείνο που συγκαλύπτει τον τρόμο (όπως στην περίφημη σκηνή –ήδη μέσα στις κορυφαίες τις δεκαετίας κατά την ταπεινή άποψη του γράφοντος- με τον άνθρωπο-γορίλα). Το γέλιο που ορθώνει έναν προστατευτικό τοίχο, ανάμεσα σ’ εμάς και στους άλλους, που μας βοηθάει να ξεχνάμε ότι κι εμείς είμαστε έρμαια του Παραλόγου, και ανά πάσα στιγμή μπορεί να βρεθούμε από την άλλη πλευρά της διαχωριστικής γραμμής.

Η υπόθεση του The Square είναι αρκετά απλή: ο καλοβαλμένος καλλιτεχνικός διευθυντής ενός σημαντικού μουσείου σύγχρονης τέχνης, πέφτει θύμα κλοπής, του παίρνουν το κινητό και το πορτοφόλι του, πράγμα που αδυνατεί να σηκώσει η περηφάνια του. Ακολουθεί τη συμβουλή του, λιγάκι ανόητου, βοηθού του και προβαίνει σε μια ανορθόδοξη ενέργεια για να τα πάρει πίσω. Από εκεί και πέρα, διάφορα περιστατικά εκτυλίσσονται, χαλαρά συνδεδεμένα μεταξύ τους, με βασικό τους πυρήνα τον άνθρωπο αυτό. Βλέπουμε τους διαφημιστές στους οποίους έχει αναθέσει να παρουσιάσουν ένα νέο, πρωτότυπο project του μουσείου να τα κάνουν μαντάρα, τον τρόπο που συνδέεται με μια περίεργη αμερικανίδα δημοσιογράφο, τη σχέση του με τους καλλιτέχνες που παρουσιάζουν τα έργα τους στο μουσείο που διευθύνει και διάφορα άλλα. Κάθε μικροεπεισόδιο από τη ζωή του καλλιτεχνικού διευθυντή, έχει σκοπό να μας αποκαλύψει κάτι για τον ίδιο και τους ανθρώπους που τον πλαισιώνουν. Ο σκηνοθέτης δήλωσε στο masterclass που είχε δώσει στο 58ο ΦΚΘ, ότι αυτό που τον ενδιαφέρει κυρίως όταν κάνει ταινίες είναι να παρατηρήσει την ανθρώπινη συμπεριφορά μέσα σε ιδιαίτερες συνθήκες, να θέσει στον θεατή το ερώτημα: «εσύ τι θα έκανες αν ήσουν στη θέση του;» Αυτό σημαίνει ότι οι ταινίες του Έστλουντ είναι κατά βάση μοραλιστικές, πως πραγματεύονται την ηθική ως πρόβλημα.



Το The Square δεν εμπεριέχει κανέναν εύκολο ανθρωπισμό. Ακόμα κι αν ο Έστλουντ υπερασπίζεται αυτή τη στάση όταν σχολιάζει το έργο, το γεγονός ότι ο κεντρικός του ήρωας παρουσιάζεται τόσο ασυνεπής ανάμεσα στις θεωρητικές του διακηρύξεις και σε όσα πράττει τελικά, μας βάζει σε σκέψεις. Το «τετράγωνο» είναι ένα ανθρωπιστικό εγχείρημα, ένα σύμβολο, αλλά στο έργο γελοιοποιείται, διότι αυτοί που οφείλουν να το πραγματοποιήσουν αποδεικνύονται ατελείς. Αντί για την αφέλεια του ανθρωπισμού, έχουμε την ηθική αμφισημία του κωμικού, δηλαδή το χιούμορ (ο Μίλαν Κούντερα, στις Προδομένες Διαθήκες, υποστηρίζει ότι το χιούμορ είναι η περιοχή όπου αναστέλλεται η ηθική κρίση: δεν είμαστε υποχρεωμένοι να πάρουμε θέση, αναγνωρίζουμε το σχετικό των πραγμάτων, τοποθετούμαστε πέραν της υπεράσπισης και της καταδίκης).
Σε αντίθεση με εκείνην του Λάνθιμου, η αποστασιοποίηση του ‘Εστλουντ δεν είναι απόλυτη, αφήνει περιθώρια για ταυτίσεις, κυρίως λόγω της διεύθυνσης των ηθοποιών, που όλοι τους παίζουν αρκετά ρεαλιστικά. Η φόρμα που υιοθετεί, όμως, δεν είναι εκείνη του συμπάσχοντος αλλά αυτή του παρατηρητή. Στήνει την κάμερα απέναντι από τους χαρακτήρες και την αφήνει ακίνητη να καταγράφει τον τρόπο που αποτυγχάνουν να είναι άνθρωποι. Όπως στο παράδειγμα του Μπερξόν, γελάει βλέποντάς τους να «πέφτουν». Και γελάμε κι εμείς μαζί του, μετατρέποντάς τα πρόσωπα σε αντικείμενα. Ακόμα κι έτσι, όμως, πρόθεση του ‘Εστλουντ δεν είναι να ισοπεδώσει, να απορρίψει τους ανθρώπους αλλά να τους καταλάβει• να εξακριβώσει σε τι συνίσταται τελικά η ανθρώπινη ιδιότητά τους. Αν το κωμικό αποξενώνει, αν το γέλιο είναι απάνθρωπο, αυτό μπορεί να γίνεται και για θετικούς λόγους. Σε περίπτωση που θες να μελετήσεις κάτι, πρέπει να σταθείς απέναντί του, να πάρεις μια απόσταση απ’ αυτό.



Για παράδειγμα, υπάρχει στην ταινία ένας εγγενής προβληματισμός πάνω στο αυθαίρετο και ανυπόστατο της μοντέρνας τέχνης. Μπορεί το οτιδήποτε σήμερα να αποτελέσει έργο τέχνης, αρκεί να περάσει τη γραμμή που χωρίζει τα εκθέματα από τους παρατηρητές: μια γυναικεία τσάντα, κάποιοι σωροί από χαλίκια, μια στοίβα καρέκλες η μία πάνω στην άλλη. Οι αντιφάσεις και τα θεωρητικά προβλήματα που εγείρει η μοντέρνα τέχνη, όμως, μόνο προσχηματικά απασχολούν τον Έστλουντ -αυτό που κυρίως τον καίει δεν είναι το πώς ορίζουμε την τέχνη αλλά το πώς ορίζουμε την ανθρωπιά. Είσαι άνθρωπος απλά και μόνο επειδή αυτοπροβάλλεσαι ως τέτοιος (με την λαμπερή, κοινωνική σου εικόνα, τις προοδευτικές ιδέες σου, τα φιλανθρωπικά σου αισθήματα) ή χρειάζεται και κάτι άλλο, κάτι περισσότερο για να μας πείσεις; Μπορείς να αναλάβεις την ευθύνη των πράξεών σου, μπορείς να εμπλακείς στ’ αλήθεια στις καταστάσεις που συζητάς, να δράσεις, να ξεβολευτείς, να λερώσεις τα χέρια και το άψογο κουστούμι σου (όπως συμβαίνει σε μια καταπληκτική σκηνή του έργου) ή μόνο λόγια και επιτηδευμένη πόζα είσαι;



Στη συγκλονιστική σκηνή ανθολογίας με τον άνθρωπο-γορίλα (ένας performance artist, οριστικά χαμένος κάτω από το πετσί του ρόλου του) που εισβάλλει στην τραπεζαρία της -αρχικά μειδιούσας ειρωνικά κι έπειτα έντρομης- κοινωνικής και οικονομικής αφρόκρεμας, ο Έστλουντ ανοίγει τα χαρτιά του, για μία και μόνο φορά κινεί την κάμερα, ακολουθώντας κατά πόδας το αθώο «κτήνος» που βρίσκεται παγιδευμένο στη χλιδάτη ζούγκλα των ματαιόδοξων μεγαλοαστών. Είναι το μόνο σημείο του έργου που ο σκηνοθέτης παύει απλώς να παρατηρεί με περιπαικτική διάθεση και εμπλέκεται. Στα σοβαρά. Αγρίως. Συμπονά το θηρίο, το μόνο αυθεντικό πλάσμα στη θάλασσα των καλοντυμένων υποκριτών και μας λέει ότι όσο «τρελός» μπορεί να είναι ο καλλιτέχνης που ταυτίστηκε με τον ρόλο του γορίλα, άλλο τόσο τρελοί και γελοιωδέστατοι είναι κι αυτοί οι πλούσιοι «ευγενείς» που ταυτίστηκαν με τα ακριβά κουστούμια τους.
Δεν υπάρχει τρελός και λογικός μέσα σε αυτή τη σάλα, ψεύτικος και αυθεντικός, όλοι είναι τρελοί και ψεύτικοι γιατί όλοι παίζουν έναν ρόλο αλλά το έχουν ξεχάσει: αυτός που υποδύεται τον γορίλα κι εκείνοι που υποδύονται τα «ανώτερα μέλη» της κοινωνίας. Ο άνθρωπος, κατά τον Σαρτρ, είναι μόνιμα «εν καταστάσει», γι’ αυτό πάντα παίζει έναν ρόλο, υιοθετεί την απαιτούμενη συμπεριφορά, προσαρμόζεται• ο πραγματικός άνθρωπος δεν υπάρχει, είναι μια αφαίρεση. Αυτή είναι κι η άποψη του Έστλουντ. Στο μπουνιουελικό κρεσέντο της σκηνής, οι πολιτισμένοι αποδεικνύονται αγριότεροι από το κτήνος. Είναι φυσικό. Αυτό που τους ενόχλησε κυρίως στον γοριλάνθρωπο είναι που τους υπενθύμισε από πού προέρχονται και τι είναι ακόμα κατά βάθος. Η «παράστασή» του, τούς έκανε να συνειδητοποιήσουν τη δική τους. Κι οι άνθρωποι γίνονται πολύ επιθετικοί με εκείνους που τους ξεμπροστιάζουν, που τους αποκαλύπτουν ότι παίζουν θέατρο.



Δεν υπάρχει καμιά θετική αξία λοιπόν; Όλα είναι α-νόητα, καταγέλαστα, ψεύτικα; Η τέχνη, η ηθική, η αλληλεγγύη, η ανθρωπιά, ο έρωτας, η ευσυνειδησία, η εντιμότητα, όλα τρίχες κατσαρές; Ψέματα με τα οποία μας αρέσει να κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας για να νιώθουμε καλύτεροι απ’ ό,τι είμαστε στην πραγματικότητα; Όχι. Κάτι υπάρχει, μας λέει στο τέλος ο Έστλουντ, κάτι που επιβεβαιώνει ότι στο βάθος δεν παραμένουμε απλώς κενόδοξοι πίθηκοι κάτω από όλη την διανοητική, καλλιτεχνική, ηθική μας επίφαση. Είναι η ανάληψη της ευθύνης. Από εκεί και μονάχα από εκεί μπορεί να ξεκινήσει μια πιο αλληλέγγυα στάση προς τους ανθρώπους, κι όχι από οποιοδήποτε φανταχτερό, εξεζητημένο καλλιτεχνικό project, όπως το «τετράγωνο» όπου προβάλλεται και εκχυδαΐζεται η ανάγκη του άλλου σαν να ήταν πομπώδες έκθεμα σε μουσείο μοντέρνας τέχνης.
Η –έστω καθυστερημένη- απόφαση του κεντρικού ήρωα να αναλάβει την ευθύνη που του αναλογεί, τόσο θεσμικά όσο και σε προσωπικό επίπεδο, για όσα πήγαν στραβά γύρω του, και να δράσει, ρισκάροντας τα προνόμιά του, μετατρέπει το The Square σε μια αναπάντεχα αισιόδοξη ταινία (ακόμα κι αν ο Έστλουντ αφήνει να αιωρείται το ερώτημα για το κατά πόσο έχει νόημα αυτή η ετεροχρονισμένη αντίδραση κι αν αλλάζει κάτι στην αλληλουχία των γεγονότων). Μια αισιόδοξη μαύρη κωμωδία, λοιπόν, είναι σχήμα οξύμωρο; Ίσως, αλλά οτιδήποτε σχετίζεται με την ανθρώπινη φύση δεν μπορεί παρά να είναι αντιφατικό. Γι’ αυτό ας προφυλαχθούμε απ’ την κρίση -αφού, έτσι κι αλλιώς, θα είναι άδικη-, ας εγκατασταθούμε στην περιοχή όπου αναστέλλονται οι ηθικές αποφάσεις, ας επιλέξουμε το χιούμορ, μαζί με τον πανάξιο φετινό Χρυσό Φοίνικα του φεστιβάλ των Καννών

Δύο εφιάλτες από τη νουβέλα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη «Κάπου περνούσε μια φωνή» (εκδ. «Ερατώ», 2011)

...........................................................




· Δύο εφιάλτες από τη νουβέλα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη «Κάπου περνούσε μια φωνή»  
      (εκδ. «Ερατώ», 2011)

Ναπολέων Λαπαθιώτης ( 1888 - 1944)





   …-Πού γύριζες, καημένη, και με τρόμαξες, και μ’ έκανες κι αμόλησα, δώθε και κει, βραδιάτικα, δεμένους και λυτούς, για να σε βρούνε;
   Η Ρηνούλα, με κομμένη τη φωνή, της έδωσε, δειλά δειλά, τις πρώτες εξηγήσεις, - κι όλες τη δικαιολόγησαν…
   Και να, σε λίγο, φάνηκε κι ο Λάκης, που είχε πάει ως το μαγαζί, και που επιβεβαίωσε τα λόγια της, καθώς του τα ‘πε, κι εκεινού, προ λίγης ώρας, κι η ίδια η Κυρία-Πολυξένη…
   …Και το φεγγάρι έλαμπε βαθύ, γλυκό, χλωμό, - θανάσιμα κι αλάλητα γλυκό και γαλανό, ντύνοντας όλα, γύρω του, με μιαν αχλύν ονείρου: πρόσωπα και πράματα, τα τύλιγε ψυχρά, σα μια γάζα διάφανη, λεπτή, παραμυθιού, - λες, κι ήταν, όλα, μαγικά, κι απατηλά, και πλάνα…
   Αυτό το βράδυ, η Ρηνούλα δεν κοιμήθηκε. Σαν ένας πυρετός γλυκός, της μέλωνε τα μέλη. Όλη νύχτα, μέχρι το πρωί, το αίμα της, πρώτη φορά, της τραγουδούσε, φανερά, τόσο ζεστά τραγούδια… Κι όταν, προς τα χαράματα, την πήρε λίγος ύπνος, είδε πως ήταν μέσα σ’ ένα δάσος, - ένα μεγάλο δάσος γαλανό, μ’ ένα πλήθος άγνωστα κι αλλόκοτα λουλούδια. Περπατούσε, λέει, μεσ’ στην πρασινάδα, σκυμμένη, και με κάποια δυσκολία, χωρίς, όμως αυτό, να συνοδεύεται κι απ’ τη συνηθισμένην αγωνία, που συνοδεύει κάποιους εφιάλτες… Ξαφνικά, το δάσος όλο χάθηκε, σα να ‘χε φτάσει πια στα σύνορά του, και βρέθηκε, μονάχη, σ’ ένα βράχο, μπροστά σε μια μεγάλη ρεματιά. Έβλεπε κάποιο μονοπάτι, που κατέβαινε, κι ετοιμαζόταν, τάχα, να το πάρει, - όταν, προσέχοντας καλύτερα στο βάθος, ένιωσε πως αυτό το μονοπάτι, κοβότανε στη μέση του απότομα, κι έχασκε, μπροστά της, ένα βάραθρο, που δεν υπήρχε τρόπος να περάσει! Και τότε, μέσ’ απ’ τα βάθη της αβύσσου, κι έτσι σα ν’ ανέβαινε γλιστρώντας από κάτω, φάνηκ’ ένα πελώριο φεγγάρι κι υπερφυσικό, με τις οροσειρές και τους κρατήρες του, έτσι καθώς το βλέπουμε ζωγραφιστό στους χάρτες, και με μια λάμψην εκτυφλωτική, γιομάτο κι ολοκάθαρο, σαν ήλιος! Κι αυτό το πράμα έδιν’ ένα δέος, μιαν έντονη λαχτάρα στην ψυχή, - σα να ‘ταν κάποιο μήνυμα θανάσιμο, ολέθρου, χαλασμού και συντέλειας… Κι ενώ ακόμα ένιωθε το ρίγος του θανάτου, και προσπαθούσε να γυρίσει πίσω, το φεγγάρι μίκρυνε, σκοτείνιασε, πήρε μια χλομάδα νεκρική, κι έμεινε ψηλά, στον ουρανό, σα μια σφαίρα πένθιμη και μελαγχολική, φωτίζοντας, με τ’ άτονο και θλιβερό της φως, ένα τοπίο έρημο κι απέραντο, όπως φανταζότανε, καμιά φορά, μονάχη, τις άγονες και μακρινές εκτάσεις των ερήμων…
   Και την ίδια στιγμή, χωρίς ν’ αλλάξει τίποτε, μια μελωδία σιγανή γεννήθηκε κι απλώθηκε, σαν ένα κόρο από γνώριμες φωνές, που, μέσα τους, ξεχώριζε γλυκιά και δυνατή, την ημέρα παθητική και πλέρια του Σωτήρη! Κι η φωνή δυνάμωνε, δυνάμωνε, και σε λίγο σκέπασε και σκόρπισε τις άλλες, - κι έμεινε μονάχη και κυρίαρχη, γιομίζοντας τη γη, τον ουρανό, γιομίζοντας το νου και την καρδιά της! Κι είχ’ ένα παράπονο βαθύ, η χιμαιρική αυτή φωνή, - κι έμοιαζε μ’ ένα χάδι τρυφερό, λησμονημένο, γνώριμο, κι απόκοσμο! Κι η ψυχή της έλιωνε βαθιά, σαν το κερί, σβήνοντας σε μια γλύκα πρωτογνώριστη, και σαν απεγνωσμένη, νοσταλγία! Και καθώς ήταν έτοιμη να σβήσει, και να λιώσει, πίστεψε πως ήταν πια φτασμένη στον παράδεισο…
   Κι η Ρηνούλα ξύπνησε με μιας, σα μεθυσμένη, - και κρύβοντας το πρόσωπο μεσ’ στο προσκέφαλό της, μην τύχει και τη νιώσουν από δίπλα, ξέσπασε σ’ ένα σιγανό παράπονο πνιγμένο…
(σελ. 70 – 73)



   …Κι έν’ άλλο βράδυ, φεύγοντας από το μαγαζί, πριν να σκολάσουν τ’ άλλα κορίτσια, τράβηξε μόνη την οδό Ερμού, και προσπερνώντας την πλατεία του Συντάγματος – βρεμένη, τη στιγμήν εκείνη, κι έρημη – ανέβηκε τον κήπο των Μουσών, και βάδισε προς τη Δεντροστοιχία. Έμοιαζε με φθινόπωρο πολύ προχωρημένο. Οι πιπεριές ανάδιναν, απ’ την υγρασία, μια δυνατή, βαριά μοσκοβολιά, κι έγερναν όλες, στη σειρά, τα κρεμαστά κλωνάρια τους, σ’ όλο το μάκρος της βουβής και πένθιμης αλέας, και της χαϊδεύαν το ζεστό, γερμένο μέτωπό της, - κι εκείνη έσκυβε στο κάθε άγγιγμά τους, με ξαφνική μικρήν ανατριχίλα. Ένα φεγγάρι, πράσινο, μεγάλο, πελιδνό, μπαινόβγαινε, κάθε στιγμή, στα συναγμένα σύννεφα, που κάλπαζαν ακάθεκτα, σαν αφηνιασμένα. Και το τοπίο, μ’ όλ’ αυτά τα φωτεινοσκοτεινιάσματα, και τις πολύ γοργές εναλλαγές, άλλαζε, κάθε δευτερόλεπτο, μορφή, κι αποκτούσε, διαρκώς, και νέες σημασίες, που, μεσ’ στην ταραχή της, η Ρηνούλα, δεν πρόφταινε, καλά καλά, να δει και να συλλάβει! Εκείνη βάδιζε, θαρρείς γραμμή προς το σκοπό της, - όμως χωρίς, πραγματικά, να ξέρει πού πηγαίνει… Προχώρησε στο Ζάππειο, στην έρημη πλατεία, που δεν υπήρχε ζωντανή ψυχή. Δε βρήκε παρά κάποιο χωροφύλακα, που βλέποντάς την έτσι μοναχή, γύρισε πίσω, στη μεγάλη σκάλα, και πέρασ’ επιδειχτικά, σφυρίζοντας, μπροστά της. Τότε, κι αυτή, κατέβηκε τη σκάλα, και κάνοντας στροφή προς τις Κολώνες, προχώρησε, ξανά, στη Λεωφόρο, μεσ’ απ’ την Πύλη του Αδριανού, κι έστριψε κάτω, κι έπειτα προχώρησε κατά το δρόμο του Νεκροταφείου. Είχε μπροστά τα μάτια καρφωμένα, και προχωρούσε σταθερά, τυφλά, σαν υπνοβάτης. Είχε ριγμένη πρόχειρα μια σάρπα στα μαλλιά της, που σχεδόν της έκρυβε το πρόσωπο, σα βέλο.  Δεν είχε βρει ψυχή, στο πέρασμά της, ή κι αν βρήκε, δεν την είχε δει… Θυμόταν, μόνο, κάποιον εφιάλτη, που την κυνηγούσε, στ’ όνειρό της, πολύ συχνά, κι από πολύν καιρό, και με τυραννικήν επιμονή: Ήταν σα μιαν απέραντη στοά, σαν από μάρμαρο, που δε φαινόταν από πού δεχότανε το φως της, - ένα φως ακίνητο, και παγερό, και πένθιμο, σαν από γλόμπους δυνατούς, κι όμως, πολύ χλομούς, μιας μαγικής κι αόρατης σειράς ηλεκτρικών. Κι η αχανής αυτή στοά, δεν είχε, θαρρείς, τέλος! Και πόσον καιρό βάδιζε, δεν ήξερε κι αυτή!
   Ίσως και να ‘ταν εκεί μέσα γεννημένη! Και πού και πού, περνούσαν δίπλα της σκιές, - κάποιοι σκυμμένοι άνθρωποι, βουβοί και βιαστικοί, - κι όλο το πλήθος των γοργών αυτών σκιών, θαρρείς κι όλο ζητούσε κάτι να βρεί, κι έψαχνε, και γυρνούσε, μ’ αγωνία, κι όλο και κοιταζόντουσαν ο ένας με τον άλλον, αλλά δεν ήτανε, ποτέ, το πρόσωπο που γύρευαν, κι έφευγαν πάλι, κι έσκυβαν να δυο τους παρακάτω… Κι αυτό το πράμα εξακολουθούσε, πάντα με την ίδια αγωνία, - και δε μπορούσε πια να σταματήσει, γιατ’ ήταν, λέει, γραφτό της Μοίρας τέτοιο, ποτέ, κανένας, να μη βρίσκει ό,τι θέλει, κι όλο να ψάχνει, τραγικά, χωρίς διακοπή, και μέχρι συντελείας των αιώνων! Και ξυπνούσε, πάντα, τρομαγμένη, με το κορμί λουσμένο στον ιδρώτα… Κι άλλες φορές, καθώς ξανακοιμόταν, έβλεπε κι ένα είδος συνεχείας: Ήταν ένας κήπος σκοτεινός, που θύμιζε τον κήπο των Μουσών, - αλλά πολύ αλλιώτικος, καθώς συμβαίνει στ’ όνειρο, με δέντρα πιο πυκνά, και πιο παράξενα, και με δρομάκια πιο στενά, και πιο μυστηριώδη! Και μέσ’ στον κήπο τον αλλόκοτον αυτό, γινόταν, πάλι κι ακριβώς, το ίδιο πράγμα: κάποιες σκιές, κι εκεί, όλο περνούσαν, με νευρικές, σπασμωδικές κινήσεις, κι όλο γυρεύανε, κι εκεί, κάποιον να βρουν, - να βρουν εκείνο που δε βρίσκεται ποτέ, γιατί δεν υπάρχει πουθενά…
   Κι απόψε τα θυμάται, όλ’ αυτά, βαδίζοντας προς το Νεκροταφείο! Γιατί, γιατί να τα θυμάται, όλ’ αυτά;… Το μυαλό της μένει σαστισμένο, χαμένο μέσα στ’ άλυτα προβλήματα της ίδιας της ζωής, και της Ζωής!... Δεν ξέρει τι σημαίνουν όλ’ αυτά, - κι όμως τα νιώθει, με βαθιές μεγάλες σημασίες… Και προχωρεί προς το Νεκροταφείο, προς τα τελευταία μαρμαράδικα της σκοτεινής οδού της «Αναπαύσεως»… Μια χοντρή στάλα, ξαφνικά, της χτύπησε το μάγουλο. Και σε λίγο, κι άλλες, πιο πυκνές. Ένα ρίγος ξαφνικό της έτρεξε στην πλάτη. Σφίγγει τη σάρπα, στο λαιμό της, νευρικά, και κοιτάζει γύρω της, με τρόμο. Τα μεγάλα μαρμαρένια μαυσωλεία, που τριγυρίζουν, άφωνα κι επίσημα, την είσοδο, θαρρείς και την κοιτάνε, παγερά, - ζωντανή, αυτή, στη χώρα των νεκρών… Τώρ’ ακούγονται οι στάλες της βροχής, να πλαταγίζουν, ρυθμικά, στο χώμα και στα φύλλα. Δεν ξέρει τι σημαίνουν όλ’ αυτά! Τι την έχει φέρει, ως εδώ;… Προσπαθεί να θυμηθεί, κι η σκέψη της θολώνει! Και μέσ’ στο γενικό αυτό ναυάγιο της αναστατωμένης της διάνοιας, μια μένει, τώρα, μοναχή, στα βάθη του μυαλού της: «Ο ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΕ ΘΑ Μ’ ΑΓΑΠΗΣΕΙ! Ο ΣΩΤΗΡΗΣ-ΔΕ-ΘΑ-Μ’ΑΓΑΠΗΣΕΙ!...»
   Ο ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΕΝ ΤΗΝ ΑΓΑΠΟΥΣΕ!...
   Χωρίς να νιώθει τη βροχή, που πέφτει σιγανά, φτάνει μπροστά στη σιδερένια πόρτα, και με τα δάχτυλά της γαντζωμένα, ακουμπάει στα βρεμένα σίδερα το καταφλογισμένο μέτωπό της. Μένει ακίνητη, εκεί, χωρίς να βλέπει τίποτε, με τα μάτια κάπου καρφωμένα, ίσια, μπροστά, στα βάθη της αλέας, σαν τη ματιά της να τρυπούσε το σκοτάδι, και περνώντας μέσ’ από τους τάφους, τα μαύρα κυπαρίσσια και τ’ αγάλματα, να κοίταζε, δεν ξέρω τι, που μόνον αυτή το ‘βλεπε, κι από την άλλη τη μεριά του κήπου, και του τοίχου…
   Πόσες ώρες έμειν’ εκεί πέρα; Το μέτωπό της έσταζε, τα χέρια της γλιστρούσαν! Δεν ήταν παρά δυο μεγάλα μάτια, δυο μεγάλα μάτια, που κοιτούσαν…
   Κάποια στιγμή, με μουσαμά, και με κουκούλα, και μ’ ένα κλεφτοφάναρο στο χέρι, πρόβαλε κάποιος φύλακας, που επιθεωρούσε. Στην αρχή, καθώς περνούσε δεν την πρόσεξε. Μα καθώς πήγαινε να στρίψει στη γωνιά, ξαφνικά την είδε, και σταμάτησε. Έπειτα ήρθε πιο κοντά, με κάποιο δισταγμό, σήκωσε το φανάρι του ψηλότερα, και ρίχνοντάς της το φακό, της φώτισε το πρόσωπο. Δεν είδε πάρα δυο μεγάλα μάτια, παγερά κι ακίνητα κι ανέκφραστα, δυο μεγάλα μάτια πεθαμένα…
   -Τι θες εδώ; της λέει. Ποιον γυρεύεις;…
   Κι επειδή εκείνη δε μιλούσε, με σκληρή φωνή, την ξαναρώτησε:
   -Εσένα λέω, δε μιλάς; Τι θέλεις εδώ πέρα;…
   Ήταν ένας άνθρωπος μεσόκοπος, αδύνατος, που κούτσαινε κομμάτι. Μην παίρνοντας απόκριση, και πάλι, και συνηθισμένος, από χρόνια, σ’ όλα τα θλιβερά και τα παράξενα της πελατείας του κοιμητηρίου, κατέβασε το φως του, και τραβήχτηκε μ’ ένα βαριεστημένο χωρατό:
   -Κάθου και βρέχου, το λοιπόν, κυρά μου ακατάδεχτη! Μα θαρρώ πως γρήγορα θα ‘ρθεις, και συ, παρέα! Λίγα είναι τα, θαρρώ, και σένα, τα ψωμιά σου!...
   Κάτι μουρμούρισε, ακόμα, μεσ’ στα δόντια του, ξερόβηξε, και μπήκε, πάλι, μέσα, κουνώντας το κεφάλι, και κουτσαίνοντας…
   Κι έμεινε, και πάλι, καταμόναχη. Η βροχή δυνάμωσε, και κόπασε, κι έπειτα με μιας ξαναδυνάμωσε…
…………………………………………………………………………………………..
   Κόντευε, σχεδόν, να ξημερώσει, κι η Ρηνούλα, σα στοιχειό, ήταν ακόμα, μπροστά στην πόρτα του Νεκροταφείου…
(σελ. 96 – 102)