Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2015

«Ο ακαμάτης» Παραμύθι από τη συλλογή του Γ.Α. Μέγα «Ελληνικά Παραμύθια» (β’ τόμος, εκδόσεις Ι.Δ.Κολλάρος και ΣΙΑ Α.Ε., ιβ΄ έκδοση 2003)

........................................................



«Ο ακαμάτης»

Παραμύθι από τη συλλογή του Γ.Α. Μέγα «Ελληνικά Παραμύθια» (β’ τόμος, εκδόσεις Ι.Δ.Κολλάρος και ΣΙΑ Α.Ε., ιβ΄ έκδοση 2003)




   ΜΙΑ ΦΟΡΑ κ’ έναν καιρό ήταν ένας τεμπέλης, μα τι τεμπέλης! Ακόμα κ’ η μάνα τον βαρέθηκε κι όλη μέρα τον μάλωνε:
-         Βρε αχαΐρευτε, βρε τεμπέλη!
   Βγήκε τ’ όνομά του, ο Τεμπελογιάννης!
   Είδε κι απόειδε κι αυτός, παίρνει τα μάτια του και φεύγει.
-         Πάω να βρω την τύχη μου, είπε στη μάνα του.
   Παίρνει δρόμο, αφήνει δρόμο, κουράστηκε. Κάθισε λίγο να ξεκουραστεί.
   Να κ΄ έρχεται ένας άνθρωπος. Τον ρωτά τι έχει, γιατί φεύγει από το σπίτι του κι ο τεμπέλης είπε την ιστορία του.
-         Μη σε νοιάζει, του λέει ο άνθρωπος. Ναρθείς μαζί μου. Έντεκα μήνες θα τρως και θα πίνεις δωρεάν, αλλά τον δωδέκατο μήνα θα τον δουλέψεις και θα κάνεις ό,τι θα σου λέγω  εγώ
-         Μπράβο, λέει ο τεμπέλης, καλή δουλειά. Θα ρθώ μαζί σου.
      Έτσι κ’ έγινε. Έντεκα μήνες ο τεμπελο-Γιάννης έτρωγε κ’ έπινε τζάμπα! Άμα έφτασε όμως ο δωδέκατος μήνας, πήγε ο άνθρωπος στα σφαγεία και διάταξε να σφάξουν ένα βόδι, αλλά ν’ αφήσουν ακέραιο το δέρμα του και πήγε σπίτι του. Λέει τώρα στον τεμπέλη:
-         Εσύ, Γιάννη, θα μπεις μέσα στο δερμάτι κ’ εμείς θα σε πάμε μακριά στο βουνό. Εκεί θα σ’ αφήσουμε και θα ‘ρθούν τα όρνια, νομίζοντας πώς είναι  βόδι και θα σ’ ανεβάσουν στην κορφή του βουνού. Θα σ’ έχω δώσει μαζί σου ένα μαχαιράκι και μόλις σ’ αφήσουν τα όρνια κάτω, θα τρυπήσεις το δερμάτι και θα βγεις όξω και θα κάνεις ό,τι σου λέμε εμείς από κάτω. Εκεί ψηλά είναι κ’ ένας μεγάλος πύργος.
   Μπαίνει λοιπόν μέσα στο δερμάτι ο Τεμπελογιάννης, τον πάνε  κάτω απ’ το βουνό και τον αφήνουν εκεί. Αυτοί πήγαν κάπου εκεί κοντά και κρύφτηκαν.
   Κατεβαίνουν τότε τα όρνια, νομίζοντας πως είναι βόδι σκοτωμένο, αρπάζουν το δερμάτι με τα νύχια τους και τ’ ανεβάζουν στην κορφή του βουνού.
   Μόλις τα όρνια τον αφήκαν κάτω και κατάλαβε πως τα πόδια του πατούσαν στο στέριο, σκίζει το δερμάτι με το μαχαίρι και βγαίνει έξω και διώχνει και τα όρνια. Έρχονται  αποκάτω οι άλλοι και του φωνάζουν:
-         Ό, τι βρίσκεις, ρίχνε το κάτω.
   Είχε εκεί πέρα θησαυρό! Διαμάντια, φλουριά, μαργαριτάρια. Έπαιρνε λοιπόν αυτός με τις χούφτες του και τα πετούσε κάτω. Γέμιζαν αυτοί από κάτω τσουβάλια.
   Στο τέλος, άμα εχόρτασαν, του λέει ο άνθρωπος:
-         Άντε, φτάνει πια. Εμείς θα πάμε τώρα να τ’ αφήσωμε στο σπίτι και θα ρθούμε να σε πάρωμε.
   Αλλά πώς; Καλά τον ανέβασαν απάνω τα όρνια, αλλά πώς θα κατέβαινε;
   Περίμενε κι αυτός, περίμενε… Πού να φανούν αυτοί! Πέρασαν δυο-τρεις μέρες, μαύρισε το μάτι του ανθρώπου από την πείνα.
   Εκεί που συλλογιόταν τη μοίρα του, βλέπει έξαφνα μπροστά του ένα λαγό. Πάει να τον πιάσει, ξεφεύγει ο λαγός. Τον κυνηγάει απ’ εδώ, τον κυνηγάει απ’ εκεί, χώνεται ο λαγός σε μια τρύπα. Από πίσω του θα πάω, λέει, κι αρχίζει να μεγαλώνει την τρύπα με τα χέρια του. Μπροστά ο λαγός, πίσω αυτός. Δώσε του κ’ έσκαβε με τα χέρια του. Τέλος βρέθηκε μέσα στον πύργο. Ο λαγός χάθηκε.
   Εκεί που τριγυρνούσε μεσ’ στον πύργο, βρέθηκε  στην κουζίνα. Στη φωτιά έβραζε σ’ ένα μεγάλο καζάνι φαγητό. Άλλο που δεν ήθελε κι αυτός. Ρίχνεται με τα μούτρα στο φαΐ. Χόρτασε καλά κ’ ύστερα βρήκε μια τρύπα στον τοίχο και πήγε και κρύφτηκε.
   Σ΄ αυτόν τον πύργο καθόταν ένας δράκος. Όταν πήγε στην κουζίνα για να φάει, κατάλαβε πως λείπει το φαΐ κι άρχισε να φωνάζει:
-         Όποιος έφαγε το φαΐ, ας βγει. Να μη φοβάται. Δεν θα τον κάνω τίποτα. Θα τον κάνω αδελφό μου. Θέλω να τον έχω για συντροφιά.
   Ξεθάρρεψε λοιπόν κι ο Τεμπελογιάννης και βγήκε από την τρύπα του. Πάει και βρίσκει το δράκο. Ήταν πολύ γέρος και καθόταν σε μια κάμαρα. Τα γένια του έφταναν μέχρι τα γόνατά του.
   Μόλις τον είδε ο δράκος, έκανε χαρές μεγάλες που θα είχε πια συντροφιά.
-         Όλα όσα είναι μέσα στον πύργο είναι δικά σου, του είπε ο δράκος. Κάτω στο υπόγειο είναι δώδεκα κάμαρες. Να, πάρε και τα κλειδιά, να πας να τις ανοίξεις.
   Του έδωκε όμως έντεκα κλειδιά.
   Αυτός δεν το κατάλαβε. Παίρνει τα κλειδιά κι ανοίγει μια-μια τις έντεκα κάμαρες. Τι να δει! Διαμάντια, μαργαριτάρια, φλουριά, γεμάτες μέχρι την πόρτα! Πάει και στην τελευταία κάμαρα, βλέπει που δεν έχει το κλειδί να την ανοίξει. Σηκώνεται και πάει στο δράκο.
-         Εσύ μ’ εμπιστεύτηκες όλο τον πύργο με τόσο θησαυρό κι ένα κλειδί δε μού έδωκες, του λέει. Γιατί δε μού δίνεις το κλειδί της τελευταίας κάμαρας;
-         Εκεί μέσα εγώ έπαθα, του λέει ο δράκος, και δε θέλω να πάθεις κι εσύ.
   Όσο περνούσαν οι μέρες, τόσο εγίνονταν πιο πολύ φίλοι.
   Μια μέρα εκεί που τον χτένιζε, ο δράκος αποκοιμήθηκε. Είχε το κλειδί της τελευταίας κάμαρας κάτω από τα γένια του δεμένο. Κάνει ο Τεμπελογιάννης να το λύσει και να το πάρει, ξύπνησε ο δράκος.
-         Εγώ έπαθα σ’ αυτή την κάμαρα· γι’ αυτό δε σού το ΄δινα το κλειδί. Μα αφού καλά και σώνει θέλεις να πας σ’ αυτή την κάμαρα, σού λέγω πως δεν έχει εκεί μέσα τίποτα. Έχει μονάχα τρία παράθυρα και μια δεξαμενή στη μέση. Στην άκρη έχει τρεις καμαρούλες. Θα μπεις μέσα και να κρυφτείς σε μια γωνιά. Κατά το βράδυ θ’ ακούσεις θόρυβο κ’ ευθύς τρία περιστέρια, ένα από κάθε παράθυρο, θα μπουν μέσα στην κάμαρα. Θα βουτήξουν στη δεξαμενή κ’ ύστερα θα πάνε μέσα στις καμαρούλες και θα γίνουν κοπέλες, θα βγάλουν τα ρούχα τους, θα τα βάλουν στην άκρη και θα βουτήξουν πάλι στο νερό. Αυτές είναι νεράιδες. Άμα μπορέσεις και πάρεις το πουκάμισο της μιανής χωρίς να σε πάρουν είδηση, καλά. Αλλιώς θα πάθεις μεγάλο κακό, όπως το έπαθα κ’ εγώ.
-         Καλά, λέει αυτός.
   Παίρνει το κλειδί και πάει κι ανοίγει την κάμαρα. Μπαίνει μέσα και κρύβεται σε μια γωνιά και περιμένει.
   Άμα βράδιασε, ακούστηκε η βοή που έρχονταν τα τρία περιστέρια, ένα από κάθε παράθυρο. Βουτούν στη δεξαμενή και ύστερα μπαίνουν καθένα στην καμαρούλα του και βγαίνουν από κει τρεις κοπέλες πολύ όμορφες. Βγάζουν τα ρούχα τους, τα πετούν σε μια γωνιά και ξαναβουτούν μέσα στο νερό. Γέλια, τραγούδια, φωνές πια, μα τι να σας πω!
   Σηκώνεται τότε σιγά-σιγά ο Τεμπελογιάννης και παίρνει το πουκάμισο μιανής. Αυτές, τέτοια παλαβομάρα που είχαν, πού να τον πάρουν είδηση! Το πήρε το πουκάμισο και ξανακρύφθηκε.
   Μόλις άρχισε να ξημερώνει, οι νεράιδες βγήκαν απ’ το νερό, να ετοιμασθούν για να φύγουν. Παν να βάλουν τα ρούχα τους, ψάχνει η πιο μικρή και πιο όμορφη για το πουκάμισό της, τίποτα! Το γυρεύει εδώ, το γυρεύει εκεί, γυρίζει εδώ, γυρίζει εκεί, τίποτα! Η ώρα περνούσε κι αυτές έπρεπε να φύγουν.
   Ντύθηκαν οι άλλες δυο, έγιναν περιστέρια και έφυγαν. Έμεινε η μικρότερη μοναχή μέσα στην κάμαρα.
   Βγαίνει τότε ο Τεμπέλης από την τρύπα όπου είχε κρυφτεί και της δείχνει το πουκάμισό της. Η νεράιδα δεν μπορεί πια να φύγει. Πάει ο Τεμπέλης στο δράκο κ’ η νεράιδα μαζί. Παίρνει ο δράκος το πουκάμισο της νεράιδας και το κρύβει μέσα σ’ ένα σιδερένιο σεντούκι, το κλειδώνει καλά και βάζει το κλειδί κάτω από τα γένια του. Το έδεσε στα γένια του δηλαδή για να μη μπορεί η νεράιδα να πάρει το πουκάμισό της και να φύγει.
   Ζούσαν κι οι τρεις πολύ όμορφα.
   Ο βασιλιάς της χώρας αυτής άκουσε πως στον πύργο του δράκου ζει μια πολύ όμορφη νεράιδα κ’ ήθελε να την ιδεί. Τι να κάνει, τι να κάνει, σκέφθηκε να κάνει ένα τραπέζι σ’ όλες τις γυναίκες της πολιτείας. Τις προσκαλούσε κατά ηλικίες. Άμα ήρθε κ’ η μέρα που θα έτρωγαν οι κοπέλες, κοιτάζει ο βασιλιάς να ιδεί την νεράιδα, κοιτάζει, τίποτα. Στέλνει λοιπόν και την φωνάζει:
-         Γιατί δεν ήρθες στο τραπέζι που σε κάλεσα; της λέει.
-         Εμ, δεν μ’ αφήνει ο άντρας μου. Πήρε το πουκάμισό μου και δε μπορώ να βγω έξω.
   Φωνάζει λοιπόν τον άνθρωπο ο βασιλιάς· τον φοβέριζε πως θα τον σκοτώσει, μόνο να πάει γρήγορα και να δώσει στη γυναίκα του το πουκάμισο.
   Τι να κάνει λοιπόν αυτός; Πάει στο δράκο, παίρνει το πουκάμισο και το δίνει στη γυναίκα του.
   Αυτή μόλις το πήρε, το βάζει γρήγορα-γρήγορα, γίνεται περιστέρι και πέταξε. Προτού φύγει, κάθισε στο μπαλκόνι του πύργου και είπε:
-         Αν είναι άντρας μου και μ’ αγαπά, ας έρθει στο Γκιουνγκιορμέζ οβασί, (δηλαδή στον κάμπο που ο ήλιος δεν βασιλεύει ποτέ), να με βρει.
   Κ’ ύστερα χάθηκε.
   Σηκώνεται λοιπόν ο Τεμπελογιάννης μας, αποχαιρετά το δράκο και ξεκινάει να βρει τη γυναίκα του.
   Περπάτησε, περπάτησε, βρίσκει τρεις ανθρώπους που μαλώνουν.
-         Βρε τι πάθατε; Γιατί μαλώνετε;
-         Να, μας άφησε τρία πράματα ο πατέρας μας και μαλώνομε ποιος θα τα πάρει.
-         Εμ, τι πράματα είναι αυτά;
-         Να, το ένα είναι αυτό το σπαθάκι. Ό,τι πεις, το κάνει.
   Το διατάζουν λοιπόν να πάει στο βουνό και σε μισή ώρα να γυρίσει με τρεις λαγούς καρφωμένους. Έτσι και έγινε. Σε μισή ώρα το σπαθάκι είχε γυρίσει με τους λαγούς καρφωμένους.
-         Μπα, δεν είναι σπουδαίο πράμα, λέει ο Τεμπελογιάννης. Για να ιδώ το άλλο.
-         Να, το άλλο είναι ένα σκουφί. Άμα το βάλεις, δε σε βλέπουν.
-         Μπα, δεν είναι και τίποτα σπουδαίο, λέει πάλι ο τεμπέλης μας. Για, να ιδώ και το άλλο.
-         Το άλλο είναι ένα κομμάτι χαλί. Άμα κάτσεις απάνω, σε πάει όπου θέλεις.
-         Δεν είναι σπουδαία πράματα, αλλά για να μη μαλώνετε θα σας τα μοιράσω εγώ. Θα ρίξω μια πέτρα μακριά για σημάδι, εσείς θα πράξετε κι όποιος πάει πρώτος θα πάρει το σπαθάκι.
-         Μπράβο, λένε οι άνθρωποι, καλά το σκέφθηκες.
   Παίρνει λοιπόν μια πέτρα και τη ρίχνει όσο πιο μακριά μπορούσε. Έτρεξαν τα τρία αδέρφια ποιος θα φθάσει στο σημάδι πρώτος. Αρπάζει αυτός μάνι-μάνι το σκουφί, το φορεί, αρπάζει και το σπαθάκι και κάθεται πάνω στο χαλί και λέει:
-         Χαλάκι μου, στο Γκιουν-γκιορμέζ οβασί.
   Γυρίζουν ύστερα τ’ αδέρφια. Εδώ ο άνθρωπος, εκεί ο άνθρωπος… αυτός πουθενά. Αγκαλιάζονται τώρα, φιλιούνται και λένε:
-         Καλά που βρέθηκε αυτός ο άνθρωπος να μας πάρει τον πειρασμό για να μονιάσωμε.
   Στο μεταξύ το χαλάκι έφερε τον τεμπέλη στο Γκιουν-γκιορμέζ οβασί. Ρώτησε απ’ εδώ, ρώτησε απ’ εκεί, έμαθε πού είναι το σπίτι της γυναίκας του. Βάζει λοιπόν το σκουφί και πάει και τη βρίσκει να υφαίνει στον αργαλειό. Έτσι που δε φαινόταν καθόλου με το σκουφί στο κεφάλι, άρχισε να την πειράζει:
-         Όποιος είναι φανερωθεί, λέει η νεράιδα, και δεν θα τον κάνω τίποτα.
   Βγάζει κι αυτός το σκουφί και φανερώνεται.     
   Μόλις τον είδε η γυναίκα του τον γνώρισε. Χαρές πια κι αγκαλιάσματα. Κατάλαβε πως την αγαπούσε πολύ, για να ‘ρθει να τη βρει στο μέρος αυτό το μακρινό.
   Έκαναν λοιπόν γάμο και χαρές και ζήσαν αυτοί καλά κι μεις καλύτερα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: