Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

" Ανακεφαλαίωση της κρίσης" Του Πέτρου Θ. Πιζάνια* ("Εφημερίδα των Συντακτών", 08/11/13)

.............................................................

 
 "Εφημερίδα των Συντακτών", 08/11/13

Ανακεφαλαίωση της κρίσης

     
Του Πέτρου Θ. Πιζάνια*

Διανύουμε στη χώρα μας τον τέταρτο χρόνο της κρίσης. Η δημόσια συζήτηση για την κρίση επικεντρώνεται στην αριθμητική των δημόσιων οικονομικών, ασφαλώς εντέχνως. Ομως η αριθμητική συγκαλύπτει το γεγονός πως οι πολιτικές που εφάρμοσαν οι ελληνικές κυβερνήσεις την περίοδο της κρίσης, με εντολή των δανειστών της χώρας, προκάλεσαν μετατοπίσεις με τεράστια κοινωνική και πολιτική σημασία.

Η πρώτη είναι η απαλλαγή των ευρωπαϊκών τραπεζών, μαζί και των ελληνικών, από το ελληνικό δημόσιο χρέος. Το χρέος μέσω του δανεισμού από την Τριμερή προς το ελληνικό κράτος φορτώθηκε στους πολίτες των ευρωπαϊκών χωρών με τελικούς οφειλέτες έναντι αυτών τους Ελληνες. Ταυτοχρόνως ο δανεισμός των ελληνικών τραπεζών για την ανακεφαλαιοποίησή τους δεν έγινε χρέος δικό τους, αλλά δημόσιο, δηλαδή δικό μας. Κοντολογίς οι ελληνικές τράπεζες έχουν εισπράξει κεφάλαια και εγγυήσεις άνω των διακοσίων δισεκατομμυρίων ευρώ, τα οποία, με βάση τη γερμανική πολιτική και την εφαρμογή της από τις ιθαγενείς κυβερνήσεις, χρεώνονται στους Ελληνες πολίτες. Το ίδιο ισχύει και για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα η οποία αγοράζει υποτιμημένα ελληνικά ομόλογα και τα χρεώνει στους Ελληνες πολίτες στην ονομαστική τους αξία συν τους τόκους. Χρειάζεται περισσότερα για να καταλάβει κανείς ότι η γερμανική πολιτική μαζί με τους επιτόπιους κυβερνήτες της ασκούν μια κανονισμένη λεηλασία στην ελληνική κοινωνία;

Ποιοι Ελληνες λεηλατούνται όμως; Το ερώτημα αυτό παραπέμπει στη δεύτερη κρίσιμη μετατόπιση που πραγματοποιήθηκε στη διάρκεια της κρίσης. Αν υποθέσουμε ότι η Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία μαζί με το ελληνικό της παράρτημα, εκτός από την ανεκτή τεχνική τους επάρκεια, ήταν επιστημονικά στοιχειωδώς αξιόπιστοι θεσμοί, θα δημοσίευαν στοιχεία που θα έδειχναν πως το 65% έως 70% των Ελλήνων πολιτών πέρασε τα χρόνια της κρίσης σε κατάσταση σχετικής ή και απόλυτης αποπτώχευσης. Σε σχεδόν τέσσερα χρόνια η εφαρμογή της γερμανικής πολιτικής από τις ιθαγενείς κυβερνήσεις προκάλεσε τη μεγαλύτερη εισοδηματική ανισότητα που έχει ποτέ υπάρξει στην ελληνική κοινωνία από την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Σήμερα η κλίμακα της ανισότητας θα πρέπει να υπολογίζεται μεταξύ του μηδενικού εισοδήματος στο οποίο βρίσκεται περίπου το 20% των Ελλήνων ως κατώτερο όριο και των δηλωμένων και άδηλων εισοδημάτων των ισχυρών ομάδων στήριξης των κυβερνήσεων. Και εδώ φτάνουμε στις επιλογές των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ και της Ν.Δ., για τις οποίες είναι αποκλειστικά υπεύθυνες οι ίδιες. Πρόκειται για την επιθετικά προκλητική επιλογή τους να αφήνουν στο απυρόβλητο τη μεγάλη, και ουσιώδη για τα δημόσια οικονομικά και τα ασφαλιστικά ταμεία, φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή.

Αναφέρομαι στους γνωστούς ισχυρούς, όπως καναλάρχες και όλο το δυναμικό τους, παραγωγοί, έμποροι και λαθρέμποροι καυσίμων, εφοπλιστές και άλλοι λαθρέμποροι, εργολάβοι, προμηθευτές του κράτους και διάφοροι έμποροι όπλων υπονομευτές της άμυνας, τραπεζίτες, άλλες μικρότερης σημασίας ομάδες που περιβάλλουν τις προηγούμενες ή λειτουργούν αυτοτελώς. Ολες αυτές οι ομάδες, κατεξοχήν υποστηρικτές των μνημονίων, φαίνεται να ενθυλακώνουν το 80% του συνολικού ποσού φοροδιαφυγής σήμερα. Δηλαδή, μέγεθος αντίστοιχο με το 25% του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος το ολιγότερο ή, κατά το απολύτως ελάχιστο, 30 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως σε μετρητά. Ο λόγος που οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν διώκουν –παρά μόνο, χάρη της τηλεοπτικής προπαγάνδας, π.χ. δύο μόδιστρους– τη μεγάλη φοροδιαφυγή, ενώ κατάσχουν μισθούς για ελάχιστα ποσά, δεν είναι μόνο ο απύθμενος κυνισμός τους. Ακόμη δεν είναι μόνο η συγκάλυψη διεφθαρμένων πολιτικών που τους κάνει να κρατάνε κλειστές τις διάφορες λίστες φοροφυγάδων. Ο κύριος λόγος που δεν διώκουν με κανένα τρόπο τούς οικονομικά ισχυρούς για φοροδιαφυγή, αλλά ελέγχουν το τελευταίο επαρχιακό μαγέρικο, απορρέει πρωτίστως από τον τρόπο λειτουργίας της πολιτικής εξουσίας στη χώρα μας.

Με ιδιαίτερη ένταση από την περίοδο της πρωθυπουργίας Σημίτη παροξύνθηκε μια παλαιότερη λειτουργία των κυβερνήσεων και της Βουλής. Οι κυβερνήσεις αποφάσιζαν και ακολούθως οι κομματικές ομάδες βουλευτών ψήφιζαν ποικίλες χαριστικές εξυπηρετήσεις για τους ισχυρούς. Στη συνέχεια, μέσω των κομματικών συμβούλων και των αντίστοιχων συνδικαλιστών, προσάρμοζαν την κρατική διοίκηση ώστε να πειθαναγκαστεί και να εφαρμόσει αυτές τις εξυπηρετήσεις. Επρόκειτο για χαριστικές ρυθμίσεις κάθε είδους, δωρεές και ασυλίες για τους ισχυρούς. Αυτοί με τη σειρά τους στήριζαν χρηματοδοτικά τα δύο κυβερνητικά κόμματα και επικοινωνιακά την εκάστοτε κυβέρνηση. Ετσι συναπτόταν η συμμαχία μεταξύ των δύο κομμάτων εξουσίας, Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ, με τους ισχυρούς της χώρας. Σήμερα η αγορά αμοιβαίων εξυπηρετήσεων εξακολουθεί να λειτουργεί με επίκεντρο τη φοροδιαφυγή και την εισφοροδιαφυγή. Συναλλασσόμενοι εξακολουθούν να είναι η κυβέρνηση της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ με τις κοινοβουλευτικές ομάδες τους και τους συμβούλους στο κράτος με τους ισχυρούς της ελληνικής κοινωνίας. Ενώ η διοίκηση, δηλαδή οι δημόσιοι υπάλληλοι, απολύονται προκειμένου να περισωθεί η κυβέρνηση μαζί με τους συμμάχους της.

Αν το σκεφτούμε γενικευτικά, μπορούμε να καταλάβουμε πως η νομοθετική και η εκτελεστική εξουσία στην Ελλάδα, και εν μέρει η κρατική διοίκηση, είχαν παραδοθεί σε συμφέροντα ιθαγενών ισχυρών. Δηλαδή, είχαν καταλυθεί οι θεμελιώδεις κανόνες τους. Ετσι, ανεπίγνωστα, άνοιξε ο δρόμος ώστε κατά τη διάρκεια της κρίσης να πραγματοποιηθεί μια μείζονος σημασίας μετατόπιση: αυτή της ακύρωσης της πολιτικής κυριαρχίας της χώρας που πέρασε από την Ελλάδα στους δανειστές, και συγκεκριμένα στη Γερμανία. Εμμεσα συμπαρασύρθηκε το Σύνταγμα και καταλύθηκε και η λαϊκή κυριαρχία. Πρόκειται για τη μετατόπιση με τη μεγαλύτερη σημασία για τις Ελληνίδες και τους Ελληνες πολίτες, στρατηγικό ζήτημα για το μέλλον της χώρας μας.

Πρόσφατα ο επίτροπος Ολι Ρεν το είπε σχεδόν καθαρά: Η Ελλάδα (δηλαδή εμείς) χρειαζόμαστε αρκετές δεκαετίες για να ανακτήσουμε την κυριαρχία μας. Θα περιμένουμε έως τότε;


Δεν υπάρχουν σχόλια: