Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2011

"Κυρία, με θυμάστε;" - αποστάγματα από το βιβλίο της Μαρίας Στασινοπούλου (εκδόσεις "Κίχλη", 2010) αφιερωμένα με αγάπη στους σημερινούς εκπαιδευτικούς, ανυποψίαστους και υποψιασμένους. Κι ένα αγαπημένο τραγούδι αφιερωμένο σε μένα που, μαθητής στα χρόνια της χούντας, μόνο φοβισμένους δασκάλους έχω να θυμάμαι...


   ...Ο ΕΥΦΗΜΙΣΜΟΣ ΔΕΝ ΗΤΑΝ το αγαπημένο μου σχήμα λόγου. Ποτέ δε με φόβιζαν οι λέξεις περισσότερο από τα ίδια τα πράγματα ή τα γεγονότα. Δυσοίωνες, απαγορευμένες, αρνητικά φορτισμένες λέξεις είναι κομμάτια της γλώσσας μας, της ζωής μας, γιατί να τις απαρνηθούμε; Η μαμά πέθανε από καρκίνο, όχι από την επάρατο ούτε από το ξορκισμένο - κι ας τον είχε δεχτεί η ίδια ως πολύποδα. Στο σπιτάκι του κήπου υπάρχουν ποντίκια, όχι αποκορωμένα ούτε κουφά, όπως έλεγε η γιαγιά, για να ξορκίζει το κακό. Με άλλα λόγια, συνταξιούχος καθηγήτρια σήμερα, όχι παραιτηθείσα ούτε αποσυρθείσα της ενεργού υπηρεσίας, από μια δουλειά που διάλεξα αφήνοντας άλλη πιο προσοδοφόρα, από μια δουλειά που αγάπησα και μου πρόσφερε στιγμές μοναδικές, μια δουλειά ευλογημένη από τη φύση της...
   ...Συνταξιούχος, λοιπόν, ύστερα από είκοσι εννέα χρόνια "ευδοκίμου (θέλω να πιστεύω) υπηρεσίας" - όπως το όριζαν, πάλαι ποτέ, τα αλήστου μνήμης δελτία ποιότητος και οι "κατ' απόλυτον εκλογήν" προαγωγές -, πιάνω συχνά τον εαυτό μου να καταφεύγει τελευταία σε απολογιστικού τύπου σκέψεις και συμβουλευτικού χαρακτήρα προτάσεις...
   ...Η αρχική διάθεση ν' αλλάξεις τον κόσμο μετατρέπεται τελικά σε βεβαιότητα πως είναι πολύ λίγα αυτά που μπορείς να προσφέρεις. Το πολύ και το λίγο είναι μεγέθη υποκειμενικά και υπόκεινται στις αλλοιώσεις του χρόνου και της φθοράς.
   Η πρωτοτυπία και η επιθυμία της εξαίρεσης, που σε οιστρηλατούν στο ξεκίνημα, απειλούνται στην πορεία από την πλήξη και την επανάληψη, του εαυτού σου πρώτα και ολόκληρης της εκπαιδευτικής διαδικασίας, όπως είναι οργανωμένη σήμερα, ύστερα. Δεν υπάρχουν πια εξαιρέσεις συνειδητοποιείς. Σε σώζει η ανάγκη να ξεφύγεις από το αναλυτικό πρόγραμμα και τη λογική της διδακτέας ύλης και να αφήσεις το θυμικό να σε παρασύρει. Και ευτυχώς που σε παρασέρνει.
   Ο χρόνος, είτε ως βιωμένη πραγματικότητα είτε ως καθορισμένη διάρκεια είτε ως ένδειξη συγκεκριμένης ηλικίας, είναι το κύριο μέτωπο όπου δοκιμάζονται οι αντοχές του δασκάλου. Ο δικός σου προσωπικός χρόνος που φεύγει, από τη μια και η σταθερότητα της ηλικίας των παιδιών που περνούν από τα χέρια σου, από την άλλη. Εσύ είκοσι πέντε, τριάντα, σαράντα, πενήντα, με ό,τι συνεπάγεται κάθε χρονικός αναβαθμός, και οι μαθητές σου, μονίμως, δώδεκα με δεκαοκτώ. Άντε και κάνα εντεκάχρονο που κέρδισε χρόνο ή κάνα δεκαεννιάχρονο που έχασε χρονιά. Δώδεκα με δεκαοκτώ η ηλικία η ηλικία της δευτεροβάθμιας. "Τα παιδιά είναι πάντα παιδιά κι ούτε πρόκειται να πάψουν να είναι παιδιά", σκέφτεσαι τη Φιλουμένα Μαρτουράνο, κάθε φορά που πρέπει να δικαιολογήσεις παραβατική ή απλώς ενοχλητική συμπεριφορά. Μακριά από σένα η ανταγωνιστική τάση και η ανταπόδοση. Πρέπει να υπερβαίνεις διαρκώς τον εαυτό σου και να επιδιώκεις μια ρυθμική συνοχή στα ανθρώπινα σύνολα που απαρτίζουν τον μικρόκοσμο της τάξης, τόσο διαφορετικό και εναλλασσόμενο πάντα.
   Ύστερα έρχεται ο τρόμος του άδειου χρόνου. Όταν είσαι νεόκοπος στο επάγγελμα, τι θα κάνεις αν τελειώσεις ό,τι προγραμμάτισες κι άργησε να χτυπήσει το κουδούνι; Δεν έχεις ακόμη ανακαλύψει τη μαγεία του να χάνεσαι και να ξεχνιέσαι, να αφήνεις τα παιδιά να σε πάνε όπου θέλουν. Και όσο ωριμάζεις και αποκτάς το θλιβερό προνόμιο της "αρχαιότητας", ή αυτό που παρηγορητικά το λέμε πείρα, πώς θα χωρέσεις τα βασικά και ουσιώδη ενός μαθήματος στο περιορισμένο σαρανταπεντάλεπτο της διδακτικής ώρας; Και η μόνιμη απορία: Πρέπει να τα χωρέσεις, και γιατί, και είναι εφικτό κάτι τέτοιο; Και γιατί τα ουσιώδη και όχι τις άχρηστες, αλλά συχνά τόσο γοητευτικές λεπτομέρειες; Και ποια τα ουσιώδη, ποια τα δευτερεύοντα; Και πόση η αξιοπιστία και η εγκυρότητα της γνώσης που παρέχεις; Και αγωνίζεσαι να γεφυρώσεις την αντινομία της εκπαίδευσης; Άνθρωποι εκπαιδευμένοι με γνώσεις και μεθόδους του χθες ετοιμάζουν τους νέους του σήμερα, για να ζήσουν αύριο. Και θυμάσαι τον Μπρεχτ: Οι μαθητές ξεχνούν τα λάθη του δασκάλου, εκείνος ποτέ...     




1946 - Ο Γερο-δάσκαλος


Στίχοι: Κ.Χ Μύρης
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Μαρία Δημητριάδη


Ο γερο-δάσκαλος ποιος τον θυμάται
τον ανεξύπνητο ύπνο κοιμάται
τον ξενυχτάνε δυο χωριανοί.

Οι νέοι σκόρπισαν στα καφενεία
δυο τρεις που πήγανε στην εκκλησία
δε βγάλαν λόγο για τη θανή.

Ο ψάλτης βιάζονταν είχε βαφτίσια
βουβά τον θάψανε στα κυπαρίσσια
και τον ξεχάσανε πολύ καιρό.

Ο δασοφύλακας τον άλλο χρόνο
κάρφωσε κάγκελα κι έφτιαξε μόνο
με δυο σανίδια ένα σταυρό.

Κάποιος αργόσχολος ειρηνοδίκης
βρήκε το κείμενο της διαθήκης
όπου διαβάσαμε το λόγο αυτό:

Στον τάφο θά ‘θελα σαν θα πεθάνω
πως ήμουν δάσκαλος να γράψουν πάνω
και δίχως λάθη παρακαλώ.


Δεν υπάρχουν σχόλια: