Πέμπτη 15 Ιουλίου 2010

Αφιερωμένο εξαιρετικά στους εκπαιδευτικούς του δημοσίου, αλλά και σε όλους τους δημοσίους υπαλλήλους...!


...ΝΤΕΡΜΕΝΤΖΙΕΒΑ: Μα το σκέφτηκα. Ξέρετε πόσα χρόνια το σκέφτομαι; Η μισή μου ζωή πέρασε, έφυγαν τόσα χρόνια, ούτε πια ξέρω πόσα! Το πρωί σε ξυπνά το παιδί του γείτονα, πάλι το χτύπησε, δεν ξέρω γιατί, ίσως γιατί το διαμέρισμα είναι πολύ στενό και πλαγιάζουνε  ο ένας πάνω στον άλλον. Ύστερα, στριμώχνεσαι στο τραμ, ο θυρωρός σε μαλώνει γιατί άργησες, η τυρόπιτα που τρως βιαστικά στις σκάλες είναι κρύα και άνοστη. Ξεφυλλίζεις κρυφά το περιοδικό "Παράλληλα", βάζεις νερό στα λουλούδια, αναπνέεις βαθιά κι αρχίζεις... Καταχωρήσεις, πράξεις, φάκελοι... Γράφεις, γράφεις, σωπαίνεις, ύστερα ρίχνεις μια ματιά στο τζάμι κι αδιάκοπα σου φαίνεται πως έξω πετούν περιστέρια και σαν να σου 'ρχεται να πετάξεις κι εσύ κι απλώνεις τα χέρια, τ' απλώνεις... έπειτα τ' αφήνεις να πέσουν και ξαναγυρνάς για να θαφτείς και πάλι στα παλιόχαρτα. Έξω άρχισε να χιονίζει και το χιόνι σκεπάζει τα φύλλα. Σα χθες ήταν άνοιξη, άνοιξη με τις ζεστές της νύχτες.  Δεν μπορούσα να κοιμηθώ, περιμένοντας ολοένα να συμβεί κάτι, να έρθει κάποιος. Και πάλι θάρθει άνοιξη με τις ζεστές της νύχτες. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ, περιμένοντας ολοένα να συμβεί κάτι, να έρθει κάποιος. Και πάλι θάρθει η άνοιξη, το καλοκαίρι θα σου ξεχυθεί μέσα απ' τα δάχτυλα, τα χρόνια περνούν... Στο δρόμο συναντάς ανθρώπους που σου λένε ψέμματα. Ψεύδονται και οι συνάδελφοι συγκεντρωμένοι γύρω απ' το φλιτζάνι του καφέ. Πας στον κινηματογράφο μα κανείς δε σου μιλά, μόνο κάποιος τεντώνει το χέρι του για να... Ο συνάδελφος θέλει να πλαγιάσει με σένα, μα δεν έχει τίποτα να σε ελκύσει. Δεν είναι ούτε όμορφος, ούτε έξυπνος, ούτε τουλάχιστον ηλίθιος! Δεν είναι ΤΙΠΟΤΑ... Αποτραβηγμένος και φοβιτσιάρης, φορά μαύρες κάλτσες, κι αυτό που μπορεί να σου προσφέρει είναι ένα γεύμα στο εστιατόριο "Gambrinus". Είναι αυτή ζωή; Άραγε έτσι ζουν όλοι; Φαγητό στην καντίνα, πατάτες με κρέας... "Ακούσατε πως η γυναίκα του Ιβάνοφ τα 'χει με τον οδοντίατρο", ύστερα ρυζόγαλο και "...φέρανε καινούργια παπούτσια στο "Τεξίμ" μα είναι πολύ ακριβά" ή "αυτός ο Γκεοργκίεβ είναι ανίκανος, αναρωτιέμαι ποιος τον υποστηρίζει;" ή "τα μάθατε εκείνοι πάλι φεύγουν για εκδρομή στην Κωνσταντινούπολη, και κλαιγόντουσαν πως τα τα φέρνουν στενά!" Και πάλι καταχωρήσεις, φάκελοι, χαρτιά... ξαναστρίμωγμα στο τραμ και στο λεωφορείο... Και τα χρόνια περνούν, η ζωή περνά, δεν έγινα ούτε Μαρία Κιουρί, ούτε Σοφία Λόρεν, ούτε τουλάχιστον πλοίαρχος σ' εμπορικό πλοίο. Και στα όνειρά μας ολοένα πετάμε, πετάμε, πετάμε...(Παύση). Και σεις μου προτείνετε να ξαναγυρίσω. Σας ευχαριστώ, δεν το θέλω πια. Όποιος έχει κέφι ας ορίσει. Ο μισθός είναι καλούτσικος, οι συνάδελφοι με κατανόηση, η δουλειά ήσυχη. Υπάρχουν μνηστήρες; Αν υπάρχουν, ας παρουσιαστούν, η θέση είναι ελεύθερη. (Οι τρεις φίλοι σωπαίνουν. Η Ντερμεντζίεβα χαμογελά) Μην ανησυχείτε, συνήθως σωπαίνω, αλλά τώρα έλαχε να μιλήσω. Ωστόσο, μια φορά στα δέκα χρόνια δεν είναι πολύ. Δεν είναι έτσι; Μια φορά στα δέκα χρόνια επιτρέπεται νομίζω!..."

Από το θεατρικό έργο "ΤΟ ΣΑΚΑΚΙ ΠΟΥ ΒΕΛΑΖΕΙ !" του Βούλγαρου συγγραφέα Στανισλάβ Στρατίεβ που τον γνωρίσαμε στην Ελλάδα μέσω του "Αμφι-θεάτρου" του Σπύρου Ευαγγελάτου και μας ξαναθύμισε φέτος η θεατρική ομάδα εκπαιδευτικών "Μη χάνεσαι". Η μετάφραση στα ελληνικά είναι του Βασίλη Σκουβακλή.





                      CANTO  


              Μουσική/Στίχοι: 
      Διονύσης  Σαββόπουλος


Τραγούδια έγραψα για φίλους
που από λογής κατοπτρισμούς
μέσα στους άξαφνους στροβίλους
χ
άθηκαν σαν τους ναυαγούς
Μα γι' αυτούς
που στο πλάι μας συνεχίζουν
ψάχνω ακόμα τους ρυθμούς
που θα τους αξίζουν

Τόσο τ
ους θόλωνε η ερημιά τους
που είν' η δουλειά τους,
καψοχαρά τους

Του ζευγαριού την ασήκωτη σφαίρα
σπρώχνουν πιο πέρα,
νύχτα και μέρα
Και τους ανήλικους παίρνουν στον ώμ
ο
ενώ κι αυτοί ψάχνουν τον δρόμο
Σαχλοί κι αστείοι με πίστη υπόγεια
Πίστη σε τι ; Δεν βρίσκω λόγια

Κι ούτε τους γέρους τους μπορούν να μοιάζουν,
η νύχτα φταίει και την σπουδάζουν
Στίχοι που αστράψαν κι αθάνατα cantos
λες και γραφτήκαν γι' αυτούς προπάντος
Γιατί διαλέξαν την ίδια ευθεία
που σέρνει πλάι μια τρικυμία
Σαχλοί κι αστείοι με πίστη υπόγεια
Πίστη σε τι ; Δεν βρίσκω λόγια

Ακόμα κι όταν ζούνε μόνοι
για να 'χουν βήμα πιο ελαφρύ
βραδιάζει πάλι και νυχτώνει
και το τηλέφωνο αργεί. Εμπλοκή !
Που θα πάμε αυτό το βράδυ ;
Κι απ' το φέγγος της TV προτιμούν του Άδη

Πως θ' αποδέχονταν το βουητό τους,
το πρόσωπό τους μες τον καπνό τους
Του κόσμου η έξαψη δεν θα το νοιώσει,
λίγα θα δώσει να το ναρκώσει
Γοργά περάσματα μετά τις δύο,
νύχτα βαθιά σαν ορυχείο
Κι όταν αμίλητοι κλείσουν τ' αυτιά τους
την ξανακούν στα σωθικά τους

Είμαι σαχλός μα όμως είδα
μπροστά στη μύτη τους εκεί
αυτή τη τόση δα φακίδα
που οροσειρές μετακινεί
στη ζωή
κι αν ακόμα όλα στεγνώσουν
οι ματζίρηδες αυτοί θα 'χουν να της δώσουν...

Δεν υπάρχουν σχόλια: