Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017

«Η γάτα που νόμιζε πως ήταν σκύλος και ο σκύλος που νόμιζε πως ήταν γάτα» μια "ιστορία για παιδιά" του Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ -

.............................................................

 


  • ·    «Η γάτα που νόμιζε πως                            ήταν σκύλος και ο σκύλος που νόμιζε πως ήταν γάτα»


Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ (1902-1991)




Από τις «Ιστορίες για παιδιά» του Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ (μτφ. Ανθή Λεούση, εκδ. «Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ», 2005)


   ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ήταν ένας φτωχός χωρικός, που τον έλεγαν Γιαν Σκίμπα. Ζούσε με τη γυναίκα του και τις τρεις κόρες του σε μια καλύβα, ένα δωμάτιο όλο κι όλο, με αχυρένια στέγη, μακριά από το χωριό. Το σπίτι είχε ένα κρεβάτι, έναν πάγκο και μια σόμπα, αλλά κανέναν καθρέφτη. Ο καθρέφτης ήταν πολυτέλεια για ένα φτωχό χωρικό. Και γιατί να χρειάζεται καθρέφτη ένας χωρικός; Οι χωρικοί δεν ενδιαφέρονται για την εμφάνισή τους.
   Αλλά αυτός ο χωρικός είχε ένα σκύλο και μια γάτα στην καλύβα του. Ο σκύλος λεγόταν Μπούρεκ και η γάτα Κοτ. Είχαν γεννηθεί και οι δύο την ίδια εβδομάδα. Όσο λίγο φαγητό κι αν είχε ο χωρικός για τον εαυτό του και την οικογένειά του, δεν θα άφηνε ποτέ το σκύλο και τη γάτα του νηστικούς. Καθώς ο σκύλος δεν είχε δει ποτέ του άλλο σκύλο, ο σκύλος φανταζόταν ότι ήταν γάτα και η γάτα νόμιζε πως ήταν σκύλος. Η αλήθεια ήταν ότι δεν έμοιαζαν καθόλου από φυσικού τους. Ο σκύλος γάβγιζε και η γάτα νιαούριζε. Ο σκύλος κυνηγούσε κουνέλια και η γάτα παραμόνευε ποντίκια. Αλλά πρέπει όλα τα πλάσματα να είναι εντελώς όμοια με το είδος τους; Τα παιδιά του χωρικού δεν ήταν όμοια το ένα με το άλλο. Ο Μπούρεκ και η Κοτ είχαν φιλικές σχέσεις, συχνά έτρωγαν από το ίδιο πιάτο και προσπαθούσαν να μιμηθούν ο ένας τον άλλον. Όταν ο Μπούρεκ γάβγιζε, η Κοτ προσπαθούσε να γαβγίσει κι αυτή, κι όταν η Κοτ νιαούριζε, ο Μπούρεκ προσπαθούσε να νιαουρίσει. Η Κοτ καμιά φορά κυνηγούσε κουνέλια και ο Μπούρεκ δοκίμαζε να πιάσει κανένα ποντίκι.
   Οι γυρολόγοι που αγόραζαν πλιγούρι, κοτόπουλα, αυγά, μέλι, βοοειδή και γενικά οτιδήποτε διέθεταν οι κάτοικοι του χωριού, ποτέ δεν περνούσαν από τη φτωχική καλύβα του Γιαν Σκίμπα. Ήξεραν ότι ο Γιαν ήταν τόσο φτωχός που δεν είχε τίποτα να πουλήσει. Αλλά μια μέρα ένας γυρολόγος έτυχε να ξεστρατίσει κι έτσι ήρθε στην καλύβα. Όταν μπήκε μέσα, άρχισε να απλώνει τα εμπορεύματά του κι η γυναίκα του Γιαν Σκίμπα και οι κόρες της θαμπώθηκαν από τα όμορφα μπιχλιμπίδια. Ο πραματευτής έβγαζε απ’ το σάκο του κίτρινες χάντρες, ψεύτικα μαργαριτάρια, τενεκεδένια σκουλαρίκια, δαχτυλίδια, περιδέραια, μαντίλες διαφόρων χρωμάτων, καλτσοδέτες, κι άλλα παρόμοια ψευτοκοσμήματα. Αλλά το εμπόρευμα που ξετρέλανε τις γυναίκες του σπιτιού, περισσότερο απ’ όλα τ’ άλλα, ήταν ένας καθρέφτης σε μια ξύλινη κορνίζα. Ρώτησαν τον γυρολόγο πόσο κόστιζε και τους αποκρίθηκε μισό φιορίνι, που ήταν πάρα πολύ για φτωχούς χωρικούς. Μετά από λίγο, η γυναίκα του Γιαν Σκίμπα, ονόματι Μαριάννα, του έκανε μια πρόταση: Θα του έδινε πέντε δεκάρες το μήνα για τον καθρέφτη. Εκείνος κοντοστάθηκε. Ο καθρέφτης έπιανε πολύ χώρο στο σάκο του και υπήρχε πάντα ο κίνδυνος να σπάσει. Έτσι αποφάσισε να δεχτεί την πρόταση, πήρες τις πρώτες πέντε δεκάρες από τη Μαριάννα κι άφησε τον καθρέφτη στην οικογένεια. Επισκεπτόταν συχνά την περιοχή κι ήξερε πως οι Σκίμπα ήταν τίμιοι άνθρωποι. Θα έπαιρνε σιγά σιγά πίσω τα λεφτά του και με κέρδος.
   Ο καθρέφτης προκάλεσε αναστάτωση στην καλύβα. Μέχρι τότε, η Μαριάννα και τα παιδιά σπανίως είχαν δει τον εαυτό τους. Πριν αποκτήσουν τον καθρέφτη, μπορούσαν μόνο να δουν την αντανάκλασή τους στο βαρέλι με το νερό που βρισκόταν δίπλα στην πόρτα. Τώρα πλέον μπορούσαν να κοιταχτούν καθαρά κι άρχισαν να βρίσκουν ατέλειες στα πρόσωπά τους. Ατέλειες που δεν είχαν προσέξει ποτέ πριν. Η Μαριάννα ήταν όμορφη, αλλά της έλειπε ένα δόντι μπροστά και νόμιζε πως αυτό την έκανε άσχημη. Η μια κόρη ανακάλυψε ότι η μύτη της ήταν πλακουτσωτή και φαρδιά, η δεύτερη πως το πηγούνι της ήταν πολύ λεπτό και πολύ μακρύ, η τρίτη πως το πρόσωπό της ήταν σπαρμένο με φακίδες. Ακόμα και ο Γιαν Σκίμπα έριξε μια ματιά στον καθρέφτη και απογοητεύτηκε από τα χοντρά χείλη του και τα δόντια του που ξεπετάγονταν όπως του κουνελιού. Εκείνη τη μέρα, οι γυναίκες αφοσιώθηκαν τόσο πολύ στον καθρέφτη που δεν έφτιαξαν φαγητό, δεν έστρωσαν τα κρεβάτια και παραμέλησαν οποιαδήποτε άλλη δουλειά του σπιτιού. Η Μαριάννα είχε ακούσει για κάποιον οδοντίατρο στη μεγάλη πόλη, που μπορούσε να αντικαταστήσει ένα δόντι που έλειπε, αλλά τέτοια πράγματα ήταν πανάκριβα. Τα κορίτσια προσπαθούσαν να παρηγορήσουν το ένα το άλλο πως ήταν αρκετά όμορφες, και μπορούσαν να βρουν θαυμαστές, αλλά δεν ένιωθαν χαρούμενες όπως πρώτα. Είχαν προσβληθεί από τη ματαιοδοξία των κοριτσιών της πόλης. Η μια με τη φαρδιά μύτη προσπαθούσε να την πιέσει με τα δάχτυλά της για να τη λεπτύνει, η άλλη με το μακρύ πηγούνι το πίεζε προς τα πάνω  για να το κοντύνει και η τελευταία με τις φακίδες αναρωτιόταν αν υπήρχε στην πόλη κάποια αλοιφή που να εξαφανίζει φακίδες. Αλλά πού θα έβρισκε τα λεφτά για να πάει στην πόλη; Και πως θαν πλήρωνε αυτή την αλοιφή; Για πρώτη φορά η οικογένεια Σκίμπα ένιωσε βαθιά τη φτώχεια της  και φθόνησε τους πλούσιους.
   Αλλά δεν επηρεάστηκαν μόνο οι άνθρωποι του σπιτιού. Ακόμα και η γάτα και ο σκύλος ενοχλήθηκαν από την παρουσία του καθρέφτη. Η καλύβα ήταν χαμηλή κι ο καθρέφτης είχε κρεμαστεί πάνω από τον πάγκο. Την πρώτη φορά που η γάτα πήδηξε στον πάγκο κι είδε την εικόνα της, σάστισε. Δεν είχε δει ποτέ της ένα τέτοιο πλάσμα. Τα μουστάκια της Κοτ ορθώθηκαν. Άρχισε να νιαουρίζει στην αντανάκλασή της και μάλιστα τη φοβέρισε με την πατούσα της, αλλά και η άλλη γάτα νιαούρισε και σήκωσε την πατούσα της. Σύντομα ο σκύλος πήδηξε κι αυτός στον πάγκο κι όταν είδε τον άλλο σκύλο, έγινε έξω φρενών από θυμό κι αποστροφή. Άρχισε να γαβγίζει στον άλλο σκύλο και του ‘δειξε τα δόντια του, αλλά κι εκείνος γάβγισε το ίδιο και γύμνωσε τα δόντια του. Ο Μπούρεκ και η Κοτ βρίσκονταν σε τόσο δύσκολη θέση, που για πρώτη φορά στη ζωή τους στράφηκαν ο ένας εναντίον του άλλου. Ο Μπούρεκ δάγκωσε το λαιμό της Κοτ κι η Κοτ σφύριξε, έφτυσε και με τα νύχια της έγδαρε τη μουσούδα του. Άρχισαν να ματώνουν και η θέα του αίματος τους διέγειρε τόσο, που σχεδόν σακάτεψαν ο ένας τον άλλο. Τα μέλη του σπιτιού μόλις και μετά βίας κατάφεραν να τους χωρίσουν. Επειδή ο σκύλος είναι πιο δυνατός από τη γάτα, ο Μπούρεκ έπρεπε να δεθεί έξω από το σπίτι, όπου αλυχτούσε όλη μέρα κι όλη νύχτα. Μες στην αγωνία τους, και ο σκύλος και η γάτα σταμάτησαν να τρώνε.
    Όταν ο Γιαν Σκίμπα είδε τη διάλυση που είχε προκαλέσει ο καθρέφτης στο σπιτικό του, αποφάσισε πως ο καθρέφτης δεν ήταν ό,τι χρειαζόταν η οικογένειά του. «Γιατί να κοιτάς τον εαυτό σου», είπε, «όταν μπορείς να δεις και να θαυμάσεις τον ουρανό, τον ήλιο, το φεγγάρι, τα αστέρια και τη γη, μ’ όλα της τα δάση, τα λιβάδια, τα ποτάμια, τα φυτά;» Πήρε τον καθρέφτη απ’ τον τοίχο και τον έκρυψε στην αποθήκη με τα καυσόξυλα. Όταν ο γυρολόγος ήρθε για τη μηνιαία δόση του, ο Γιαν Σκίμπα του έδωσε πίσω τον καθρέφτη, και στη θέση του αγόρασε μαντίλες και παντόφλες για τις γυναίκες. Αφότου ο καθρέφτης εξαφανίστηκε, ο Μπούρεκ και η Κοτ έγιναν πάλι φυσιολογικοί. Ο Μπούρεκ νόμιζε πάλι ότι ήταν γάτα, κι η Κοτ ήταν σίγουρη πως ήταν σκύλος. Παρ’ όλες τις ατέλειες που τα κορίτσια είχαν βρει στο πρόσωπό τους, έκαναν καλούς γάμους. Ο παπάς του χωριού άκουσε τι είχε γίνει στην καλύβα του Γιαν Σκίμπα κι είπε: «Οι γυάλινοι καθρέφτες δείχνουν μόνο την εξωτερική όψη των ανθρώπων. Η αληθινή εικόνα κάποιου είναι να βοηθήσει τον εαυτό του και την οικογένειά του και, όσο γίνεται, αυτούς με τους οποίους έρχεται σε επαφή. Αυτό το είδος καθρέφτη φανερώνει την πραγματική ψυχή του ανθρώπου».
   



Ο Στέφανος Ροζάνης στη ΝΕΤ & την Έλλη Στάη στις 14 Νοε 2011 (youtube, 1 Φεβ 2013)

............................................................

Ο Στέφανος Ροζάνης στη ΝΕΤ & την Έλλη Στάη στις 14 Νοε 2011

 

Δημοσιεύτηκε στις 1 Φεβ 2013
 
 
Ο Στέφανος Ροζάνης γεννήθηκε στην Κάρυστο της Εύβοιας το 1942. Σπούδασε Μαθηματικά και Φυσική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Φιλοσοφία στο Καθολικό Ινστιτούτο της Φλωρεντίας. Ανήκει στην εκδοτική ομάδα του περιοδικού "Σημειώσεις". Δίδαξε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου και στο Πανεπιστήμιο της Νέας Σορβόννης, και επί 10 χρόνια στο Τμήμα Μέσων Επικοινωνίας και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου. Σήμερα διδάσκει φιλοσοφία στη Δραματική Σχολή του Κρατικού Θεάτρου Β. Ελλάδος. Είναι συγγραφέας δοκιμιακών έργων, φιλοσοφικών μονογραφιών και ποιητικών συλλογών. Ανάμεσα στα πιο πρόσφατα δοκιμιακά του έργα περιλαμβάνονται: "Ο Μεσσιανισμός και η ηθική φιλοσοφία του Εμμανουέλ Λεβινάς", "Η ερμηνευτική ως πράξη και θεώρηση", "Ερμηνευτικές αναγνώσεις", "Θείος Έρως", "Σολωμικά".


Σχόλιο δικό μου:
 
Μια εξαιρετική, κι ας θεωρηθεί αιρετική, κουβέντα του Στέφανου Ροζάνη από το "μακρινό" 2011. "Ο κόσμος αλλάζει, όταν έστω και έ ν α ς έχει ή εκφράσει την επιθυμία να τον αλλάξει" (φράση του Κ.Καστοριάδη, την αξία της οποίας αναγνωρίζει ο Στ. Ροζάνης). Και άλλα σημαντικά, για την κρίση, την βιο-πολιτική και τον ΕΡΩΤΑ (ο τελευταίος επίτηδες με κεφαλαία...) Διάρκεια του βίντεο γύρω στα 40', αξίζει όμως τον προς διάθεσιν χρόνο σας...




Τετάρτη, 16 Αυγούστου 2017

Μια κοινωνία μικρομίσους, πολιτικού αδιεξόδου και αριστερής απομάγευσης. Ο Νικόλας Σεβαστάκης μιλά στο LIFO.gr και στην Αργυρώ Μποζώνη. (www.lifo, 27/4/2015)

...............................................................





Μια κοινωνία μικρομίσους, πολιτικού αδιεξόδου και αριστερής απομάγευσης.

 
Αυτά τα χρόνια βγήκαν εντάσεις που πέρασαν και στο προσωπικό. Χάσαμε και μαλώσαμε με φίλους που ήταν κοντά μας. Το πολιτικό μπήκε στο προσωπικό ξανά. Στην δεκαετία του '90 ή και του 2000, στην εποχή της ευημερίας το πολιτικό και το προσωπικό είχαν μιαν απόσταση.
 

Ο Νικόλας Σεβαστάκης μιλά στο LIFO.gr για το αδιέξοδο του Σύριζα, τους τυχοδιωκτισμούς του τώρα και τον κίνδυνο ανόδου μιας μνησίκακης, λαϊκής Δεξιάς.

Από την ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ

Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Αριστοτέλειο, ο Νικόλας Σεβαστάκης ασχολήθηκε με την ποίηση, το φιλοσοφικό δοκίμιο, την κριτική και την πολιτική θεωρία. Τον συναντήσαμε στη Θεσσαλονίκη και μιλήσαμε για την πολιτική, την κοινωνία, τη νοσταλγία, τη λογοτεχνία και τη ρουτίνα.

…………………………………………………………………………………………………..

Στα κείμενά σας ασκείτε κριτική στη νοσταλγία, αντιθέτως τη συναντάμε τόσο στα λογοτεχνικά σας κείμενα όσο και στις μουσικές που διαλέγετε και ανεβάζετε στο facebook. Αυτό δε είναι κάπως αντιφατικό;

Νομίζω δεν υπάρχει αντίφαση γιατί το πρόβλημα είναι να μη μεταβάλλεται κάτι σε ιδεολογία. Από τη στιγμή που ο τόπος, η ιδιαίτερη πατρίδα, οι σχέσεις μεταβληθούν σε ιδεολογία και κατασκευάσεις ένα πρόταγμα, υπάρχει πρόβλημα. Γίνεται ιδεολογική χρήση του βιώματος. Γίνεται εθνοφολκλόρ. Αν, αντίθετα, αποδραματοποιήσεις τη νοσταλγία και τη δεις σαν μια ατομική σχέση που μπορεί να εμπλουτίσει την κατανόηση του παρόντος είναι κάτι άλλο. Ας μιλήσουμε λοιπόν για το παρόν και την κατανόησή του Ζούμε μια κρίση. Είναι μια φάση όχι ακριβώς μετάβασης αλλά στασιμότητας. Αυτό που βλέπω είναι ότι δε βγήκε κανένα νέο παράδειγμα όχι απλώς διακυβέρνησης, αλλά ακόμα και απλής διαχείρισης


[Το «εμείς ή αυτοί» λειτούργησε καταστροφικά. Δε μπορεί να παράγει τις συναινέσεις ή τις συναντήσεις που χρειάζεται οποιαδήποτε στιγμή κρίσης για να ξεπεραστεί. Δε μπορείς να λειτουργείς με όρους ενός μεταφυσικού εμφυλίου, ενοχοποιώντας την αντίπαλη άποψη ως εθνικά και κοινωνικά ύποπτη.]



Υπάρχει κάποια εξήγηση γι αυτό;

Είμαστε στη λογική της ευκολίας. Ο ριζοσπαστισμός που γεννήθηκε μέσα στα τελευταία χρόνια ως αντίδραση, ως άρνηση του προηγούμενου συστήματος εξουσίας των ανθρώπων, δε γονιμοποίησε κάτι καινούργιο, πραγματικές αλλαγές, αλλά δημιουργεί ουσιαστικά μια τάση παλινόρθωσης του προμνημονιακού καθεστώτος ή πλευρών του προμνημονιακού συστήματος.

Γιατί συνέβη αυτό;

Γιατί δε συνοδεύτηκε από μια αυτοκριτική, από μια σκέψη για το τι πάει άσχημα στο εσωτερικό σύστημα. Η κυβερνητική λογική λειτούργησε και λειτουργεί με όρους μνημόνιου-αντιμνημόνιου. Αυτός ο όρος, το «μνημόνιο-αντιμνημόνιο», παράγει αντιπολιτική ή επιστροφή σε πλευρές ενός παρελθόντος, χωρίς να δημιουργεί κάτι μεταρρυθμιστικό, έστω αριστερά μεταρρυθμιστικό με όρους του κοινωνικού ζητήματος. Στην Ελλάδα υπήρξε κοινωνικό ζήτημα. Υπήρξε διεύρυνση της φτώχειας, των ανισοτήτων, της ανεργίας. Δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με ένα πολιτισμικό ζήτημα, με πρόβλημα κοινωνικών συμπεριφορών και λαϊκισμού. Υπήρξε κοινωνική οδύνη. Η απάντηση δε θα μπορούσε να είναι λοιπόν συμβατική. Έπρεπε να πάει κανείς παραπέρα, να επινοήσει ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο. Αυτό το πράγμα δεν έγινε και η κύρια δύναμη που της ανέθεσε η δυναμική των πραγμάτων να το φέρει εις πέρας, ο ΣΥΡΙΖΑ, -όχι μόνη της, αλλά σε διάλογο με άλλες δυνάμεις-, πήγε στην ευκολία. Πήγε σε έναν ιδιότυπο εθνικισμό βασισμένο περισσότερο στη μνήμη, τη νεανική μνήμη, τη μνήμη του ΕΑΜ ή σε άλλες μνήμες, όπως τον αντιφασισμό. Όμως αυτό δεν παράγει κάτι καινούργιο, δεν είναι δημιουργικό και κατέληξε σε αυτό το υβρίδιο με τους ΑΝΕΛ. Και αυτό ως λογική κατάληξη του αντιμνημονιακού. Έχουμε καταλήξει στα πολιτικά αδιέξοδα της στιγμής επειδή δε φτιάχτηκε μια πραγματική κατάφαση στο «τι θέλω εγώ να συμβεί στο ελληνικό σύστημα εξουσίας, στην ελληνική οικονομία, στο ελληνικό πανεπιστήμιο». Η επένδυση έγινε σε μια εύκολη αρνητική προσέγγιση, στην απόρριψη του άλλου ως κακού, μειοδότη ή προδότη.

Αυτές οι διαπιστώσεις σας ενοχλούν σήμερα;

Το λέω με στενοχώρια γιατί το 2010 και το 2011 έκανα την υπόθεση ότι χρειάζεται μια αλλαγή παραδείγματος και ότι δε μπορούσες να πας προς αυτή την αλλαγή με όρους κέντρου ή συναίνεσης. Υπέθετα ότι χρειάζεται να τραβήξεις τη διαπραγμάτευση προς τη ριζοσπαστικότητα. Όχι όμως προς τον εθνικισμό, όχι προς την αθώωση της ελληνικής κοινωνίας συνολικά. Το να μιλάς για την κοινωνία απέναντι στον νεοφιλελευθερισμό είναι ένα εξαιρετικά αφηρημένο πράγμα. Γιατί μέσα στην κοινωνία υπάρχει το μεγάλο τμήμα των μεσοστρωμάτων που αναπαρήγαγε ανισότητες, αναπαρήγαγε πολιτική διαφθορά, εκμεταλλευτικά συστήματα. Και ξαφνικά τι γίνεται; Υπάρχει μια συνολική οπισθοδρόμηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ επαναφέρει την αντίληψη μητρόπολης -περιφέρειας. Ξαναγυρίζουμε στην ανάλυση που έκανε το παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ το 75-77. Η μητρόπολη και η περιφέρεια, ο ιμπεριαλισμός - ο λαός, σχήματα που μας γυρίζουν στις πιο παρωχημένες εκδοχές της αριστεράς και κεντροαριστεράς. Είναι σχήματα που λειτούργησαν και έφεραν ψήφους, αλλά δεν προκύπτει από αυτά καμία σκέψη για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο.

Η δική σας ανάλυση θα ήταν αποτελεσματική για ένα κόμμα που θέλει να κυβερνήσει;

Ομολογώ ότι αν εισακουγόταν η δική μου ανάλυση μπορεί να μην έβγαινε ο ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί έπρεπε να μιλήσει διαυγώς και ορθολογικά, να κάνει μια πιο ζόρικη ανάλυση της ελληνικής κοινωνίας βγάζοντας ευθύνες και προς τα κάτω, όχι μόνο προς τα πάνω, χωρίς όμως ισοπεδωτισμούς. Αυτό προφανώς και δεν εξυπηρετεί μια μελλοντική κυβέρνηση. Όχι, δεν εξυπηρετεί. Εξυπηρετούν άλλες απλουστεύσεις όπως η λογική που επικράτησε τα τελευταία χρόνια, το «εμείς ή αυτοί». Το αποδομώ γιατί το θεωρώ ένα πολύ μοιραίο και αρνητικό σύνθημα. Παίρνεις την πολυπλοκότητα της κατάστασης και φτιάχνεις ένα δυαδικό σχήμα, μανιχαϊστικό, το οποίο -για να μιλήσω ρεαλιστικά- συναθροίζει και συνασπίζει τις δυσαρέσκειες, τις δυσφορίες, τις αρνήσεις. Αυτή είναι η μισή δουλειά. Η υπόλοιπη είναι η θέση και η σύνθεση. Εκεί λοιπόν το «εμείς ή αυτοί» λειτούργησε καταστροφικά. Δε μπορεί να παράγει τις συναινέσεις ή τις συναντήσεις που χρειάζεται οποιαδήποτε στιγμή κρίσης για να ξεπεραστεί. Δε μπορείς να λειτουργείς με όρους ενός μεταφυσικού εμφυλίου, ενοχοποιώντας την αντίπαλη άποψη ως εθνικά και κοινωνικά ύποπτη.


Εννοείτε την καχυποψία που διαπερνά και την κοινωνία σήμερα;

Όλες οι ύστερες μοντέρνες κοινωνίες, ακόμα και αυτές με ιδιόμορφες ή αρχαϊκές πλευρές όπως η ελληνική, είναι κοινωνίες της καχυποψίας και όχι της δημιουργικής αμφιβολίας. Δε θέτουν σε διερώτηση μια πραγματικότητα ή προηγούμενες θέσεις. Υπάρχει η κουλτούρα της καχυποψίας και της διαβολής. Η καχυποψία παράγει μόνο ένα μικρομίσος, έναν κοινωνικό φθόνο.

Πού πιστεύετε ότι οδηγούμαστε;

Ο φόβος μου είναι ότι οι αδεξιότητες, οι ανεπάρκειες, οι αποτυχίες, οι τυχοδιωκτισμοί του τώρα μπορεί να οδηγήσουν σε μια άλλη ριζοσπαστικότητα νέου τύπου. Στο εκκρεμές, όπου ο εθνικισμός θα χάσει αυτά τα εθνικοαπελευθερωτικά χαρακτηριστικά και θα γίνει σκέτα μνησίκακος. Θα δούμε, ενδεχομένως, μια στροφή, γιατί η ματαίωση προσδοκιών στα λαϊκά στρώματα τείνει συχνά προς μια λαϊκή δεξιά και όχι προς μια δημιουργική και έλλογη κεντροαριστερά η οποία θα συνδιαλεγόταν με την αριστερά.

Το παιχνίδι της κεντροαριστεράς συγκρότησης θεωρείτε ότι χάθηκε;

Είναι πολύ δύσκολο. Δε θεωρώ ότι χάθηκε οριστικά, είναι όμως δύσκολο γιατί υπάρχει υποκειμενισμός και αγώνας δικαίωσης για ομάδες και πρόσωπα. Ο καθένας μπαίνει στην αρένα της πολιτικής ή της ιστορίας γιατί πρέπει να δικαιώσει την ταυτότητά του και το άτομό του. Και θεωρώ μοιραίο ή πολύ αρνητικό -που αποδείχτηκε αυτά τα χρόνια- ότι δε σκεφτόμαστε τα προβλήματα, αλλά την ταυτότητά μας. Η αριστερά πολλές φορές σκέφτεται με όρους δικαίωσης της ιστορίας ή της ήττας της. Επιχειρεί να αναπληρώσει τις απώλειες του παρελθόντος ή να δικαιώσει το παρελθόν της και υποτιμά το καθήκον του να απαντήσει στο σημερινό πρόβλημα, το οποίο περνά σε δεύτερο πλάνο. Αυτό το συναντά κανείς και στην κεντροαριστερά αλλά και σε πιο μετριοπαθείς χώρους. Στην Ελλάδα παίζουν ρόλο και τα πρόσωπα και οι παρέες. Και τι άλλο είναι ο εύκολος εθνικισμός και η κοινωνική δημαγωγία παρά το να επαναπαύεται κάποιος σε αυτό που του φέρνει κέρδος και τον κολακεύει. Είναι όμως πολύ εύθραυστο το ελληνικό καφενείο. Η επιβράβευση μπορεί την επόμενη στιγμή να είναι απόρριψη. Φοβάμαι ότι αριστερά και κεντροαριστερά μπορεί να βρεθούν χαμένες από μια συντηρητική παλινόρθωση με ακραία χαρακτηριστικά.


[Δε θέλω να πω ψέμματα, ούτε στον εαυτό μου ούτε στους άλλους. Ούτε να αποσιωπήσω πράγματα που είναι άβολα ή ενοχλητικά για το κοινό, στα αμφιθέατρα, τις συγκεντρώσεις, στα κοινωνικά κέντρα. Γιατί ο άλλος περιμένει τον εχθρό. Αυτό σημαίνει πολιτική μέσα στην κρίση. Να ονοματίζει κανείς τον εχθρό του.]


Ο μετριοπαθής είναι ο μεγάλος ηττημένος της εποχής;

Υπάρχει μια παρεξήγηση με την μετριοπάθεια. Νομίζουμε ότι ο μετριοπαθής είναι κάποιος που παίρνει στρογγυλεμένες και κάπως κομψές θέσεις, δεν υψώνει τον τόνο, φροντίζει να έχει μια μεσαία τοποθέτηση στην κλίμακα. Θεωρώ ότι αυτή είναι μια ρηχή αντίληψη της μετριοπάθειας. Η μετριοπάθεια με την καλή έννοια του όρου είναι αυτή που μπορεί σήμερα να έχει τη διαύγεια μιας τοποθέτησης που μπορεί να είναι και σκληρή. Η μετριοπάθεια είναι για μένα και η προσπάθεια να μην απωθείς το πάθος ή το συναίσθημα χάριν ενός τεχνοκρατικού ορθολογισμού. Να τα συνδυάσεις αυτά, να τα φέρεις κοντά. Αυτό είναι δύσκολο. Σήμερα τα πράγματα λειτουργούν με ασυμμετρίες. Δε λειτουργούν στρογγυλεμένα, είμαστε σε μια άλλη εποχή των άκρων. Ούτε ο ριζοσπαστισμός, αντίθετα, πρέπει να είναι κάτι κραυγαλέο ή φωνακλάδικο. Το να θεωρεί κάποιος πως είναι ριζοσπάστης όταν είναι απλώς αγενής ή περισσότερο φωνακλάς από τους άλλους , ε, αυτό είναι πολύ φτωχή και παρακμιακή αντίληψη ριζοσπαστισμού. Ο ριζοσπαστισμός μπορεί να συνδυαστεί με την μετριοπάθεια όταν κάποιος θέτει τα προβλήματα και προσπαθεί να είναι διαυγής στις απαντήσεις του ως προς αυτά. Τότε δεν αρκείται στις μισές λύσεις. Πρόκειται για την διαλεκτική παθών και νου, αρχαίο πράγμα που ξεχνάμε.

Δώστε μου ένα παράδειγμα.

Το περιβαλλοντικό. Είναι ένα σοβαρότατο ζήτημα. Εκεί δε μπορείς να πας με μικρολύσεις. Θέλεις μεγάλες παρεμβάσεις στο μοντέλο ανάπτυξης, στο μοντέλο παραγωγής, κατανάλωσης. Όμως το περιβαλλοντικό δεν είναι απλώς η κινηματική αντίληψη, γιατί θέλει και επιστήμη και τεχνική και να βάλεις και την πείρα αιώνα σου να δουλέψει. Θέλει και κίνημα και νου. Η ουδετερότητα τι χώρο καταλαμβάνει; Την ουδετερότητα δε μπορώ να την καταλάβω. Μπορώ να καταλάβω κάποιον που δυσκολεύεται να βρει εύκολα θέση στο υπάρχον παιχνίδι του πολιτικού πολέμου. Εγώ έφυγα από μια αντίληψη ριζοσπαστισμού που ανέδειξε τις προβληματικές της πλευρές αλλά δεν μπορώ να πάω στη λογική του ουδέτερου. Ουδετερότητα είναι μια στρατηγική αυτοσυντήρησης που την έχουμε όλοι σε μια φάση της ζωής μας.

Η φάση της ζωής μας ποιά ήταν αυτά τα χρόνια;

Τώρα ξαναμπήκαν τα κεντρικά πολιτικά πάθη στις παρέες, ξαναμπήκαν στα ζευγάρια, ξαναμπήκαν μέσα στο μικροεπίπεδο. Αυτό έβγαλε μικροεντάσεις και δυσαρέσκεια και είχε ένα ψυχικό κόστος. Και αυτό ακριβώς μπορεί να γεννήσει μια επιθυμία εξόδου από την πολιτική, μια καινούργια απολιτικότητα, ακριβώς επειδή βιώθηκε δυσάρεστα όλη αυτή η περίοδος. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι τα καινούργια εργαλεία σύγκρουσης; Γεννήθηκε μια επιθετικότητα στις συμπεριφορές και τη γλώσσα. Έχουμε μια απελευθέρωση λεκτική, μια απελευθέρωση της βρισιάς, μια άνοδο της ωμότητας και αυτό υπάρχει και σε ένα άλλο επίπεδο, ακόμα και στην τέχνη. Είμαστε υποχρεωμένοι για αναστοχασμό. Να βάζουμε ένα όριο. Το όριο είναι απελευθερωτικό γιατί ο κανόνας σε προφυλάσσει από το μετανιώσεις και γι αυτό που έχεις πει. Σε προσωπικό επίπεδο, μέσα στη φούρια της κρίσης πράγματα που είπα και έγραψα, και το παραδέχομαι, δεν τα θεωρώ υπερβολικά αλλά άδικα. Έτσι όμως λειτουργεί η ιστορία και η πολιτική. Είναι μια έκθεση και ένα ρίσκο διαρκείας.



Η αρθρογραφία και η λογοτεχνία αντιπαρατίθενται;  Ο λογοτέχνης πρέπει να προσέχει και να μην απογοητεύει το κοινό του;

Όχι δε το πιστεύω αυτό. Πιστεύω ότι υπάρχει πρόβλημα με αυτό που λέμε λογοτεχνία της κρίσης, με την πολιτική ή κοινωνική λογοτεχνία. Είμαι πάρα πολύ σκεπτικιστής, έως απορριπτικός απέναντι στη χρήση της λογοτεχνίας προκειμένου να αναδείξει κοινωνικά προβλήματα ή να συζητήσει την εποχή με όρους κοινωνιολογίας. Η σκοπιά της κοινωνικής κριτικής τείνει να «μειώνει» την πολυπλοκότητα των πραγμάτων. Η λογοτεχνία έχει άλλο τόπο. Βρίσκεται εκεί όπου η δημιουργική αμφιβολία και οι απαντήσεις δεν είναι ποτέ απλές. Η λογοτεχνία είναι για να περιπλέκει τη ζωή, όχι για να την απλοποιεί. Είναι η λογική της απόχρωσης, όχι της αντίθεσης.

Γιατί γράφετε λογοτεχνία κύριε Σεβαστάκη;

Γιατί από ένα σημείο και πέρα δε μπορούσα να πω πράγματα με άλλες γλώσσες. Είτε με τη γλώσσα του φιλοσοφικού δοκιμίου, είτε με τα κείμενα κοινωνικοπολιτικής κριτικής. Κυρίως ήθελα να αναδείξω στιγμές, ανθρώπινες ποιότητες, πλευρές του χρόνου, πλευρές του βιωμένου χρόνου που δε μπορούν να περάσουν σε ένα κείμενο με προγραμματική γλώσσα. Η λογοτεχνία είναι η γλώσσα που μπορεί να προσεγγίσει τη λεπτομέρεια και την απόχρωση ενός προσώπου, μιας ιστορίας, μιας μνήμης και αυτό για μένα είναι σημαντικό.


Ενώ ξεκινήσατε με την ποίηση, συνεχίσατε με διηγήματα. Στα οποία η μνήμη και το βίωμα είναι έντονα.

Έχω ένα παρελθόν στην ποίηση. Και δε μπορώ να την προσεγγίσω κατασκευαστικά. Έχει μια δική της λογική η ποίηση, είναι περισσότερο ένας επισκέπτης αριστοκρατικός και λίγο σπάνιος και μπορεί για κάποιο καιρό να μην εμφανίζεται στο κατώφλι σου. Ο δοκιμιακός λόγος, ή αυτό που λέμε κοινωνική και πολιτική κριτική λειτουργεί όντως παρασιτικά. Φτιάχνει έναν τρόπο να βλέπεις τον κόσμο απ όπου φεύγει το ποιητικό στοιχείο. Η πεζογραφία είναι πιο συμμετοχική και κοινωνική αλλά ακόμα και αυτή χρειάζεται ένα μίνιμουμ απόστασης από τα γεγονότα. Για να μην είναι μια απλή καταγραφή. Τουλάχιστον εμένα, δε με ενδιαφέρει αυτό. Στη «Γυναίκα με ποδήλατο», στο πρώτο μου βιβλίο διηγημάτων, υπάρχει χρήση ενός αυτοβιογραφικού υλικού αλλά είναι πολύ διαμεσολαβημένη από τη μυθοπλασία. Είναι απατηλά αυτοβιογραφική. Στην πραγματικότητα υπάρχει μυθοπλασία ακόμα και εκεί που φαίνεται ότι πρόκειται για μια ανάμνηση. Τα τελευταία χρόνια έχει πολύ μεγάλη ισχύ μέσα μου αυτός ο τρόπος έκφρασης.

Γιατί φεύγει μέσα στην κρίση ένας άνθρωπος που είχε πολιτογραφηθεί σαν διανοούμενος της αριστεράς και παίρνει αποστάσεις από αυτό το ρόλο και την εικόνα και πάει στο διήγημα; Δε σας άρεσε η εικόνα σας;

Όχι. Ένοιωσα άβολα κυρίως γιατί έπρεπε να λειτουργήσω κολακεύοντας μια ταυτότητα χωρίς να ρωτώ πλευρές της, χωρίς να γίνομαι σκληρός ή αυστηρός. Έπρεπε λοιπόν να υποδυθώ ένα ρόλο απέναντι σε ένα κοινό, που επιδοκιμάζει και ενθαρρύνει αυτή την ταυτότητα και αυτό με κούρασε και μου δημιούργησε την αίσθηση ότι «εδώ μπορώ να πω ψέμματα». Και δε θέλω να πω ψέμματα, ούτε στον εαυτό μου ούτε στους άλλους. Ούτε να αποσιωπήσω πράγματα που είναι άβολα ή ενοχλητικά για το κοινό, στα αμφιθέατρα, τις συγκεντρώσεις, στα κοινωνικά κέντρα. Γιατί ο άλλος περιμένει τον εχθρό. Αυτό σημαίνει πολιτική μέσα στην κρίση. Να ονοματίζει κανείς τον εχθρό του. Αυτό το πράγμα μου δημιούργησε την αίσθηση ότι κινδυνεύω να αρχίσω να λέω πράγματα που δεν πιστεύω για να έχω την αποδοχή του άλλου, ότι επαναλαμβάνομαι και δεν προσθέτω κάτι, ενώ η λογοτεχνία είναι ο τόπος της αλήθειας.

Βάζετε την ταυτότητά σας στη λογοτεχνία;

Βάζω την έννοια της αλλαγής, της μεταβολής. Την παρατήρηση όψεων του βίου και της πολιτικής αλλά και της κοινωνικής και προσωπικής ιστορίας που δε μπορεί να τις ανεχθεί ο πολιτικός λόγος ή ο προγραμματικός λόγος του διανοούμενου που είναι λόγος της αντιπαράθεσης ή του προτάγματος. Η λογοτεχνία έχει γνώση της κοινωνίας αλλά είναι μια γνώση τρίτου τύπου. Κάνει ζημιά στην εικόνα κάποιου το να πει «έκανα λάθος στις κρίσεις μου, σε κάποιες έστω»; Ενδεχομένως κάνει ζημιά. Υπάρχει ένα κομμάτι του κοινού που είναι απογοητευμένο. Προτιμούσε έναν Σεβαστάκη μαχητικό. Προτιμούσε την πολεμική χρήση του λόγου, ενός λόγου που άρεσε γι αυτό. Πάντα ισχύει όμως ένας διάλογος, μια συνομιλία. Δε γράφεις για τον εαυτό σου. Θέλεις να έχεις ένα χώρο αναγνώρισης, την κοινότητα. Αλλά ισχύει ότι έκανα κάποιες επιλογές που έρχονται σε αντίθεση με πλευρές μια θέσης και μιας στάσης. Αυτό δεν είναι μικρό. Έχει κάποιο ρίσκο.

Έχετε μετανιώσει;

Μέσα σε μια πορεία πολλών χρόνων μετανιώνεις για πράγματα τα οποία έγραψες όχι μόνο σε επίπεδο πολιτικό αλλά και σε άλλο επίπεδο, επειδή για παράδειγμα βιάστηκες. Αλλά δεν έχει και νόημα. Βγήκε. Έφυγε από σένα. Τον κρίνω τον εαυτό μου και αρνητικά. Η πυκνότητα των γεγονότων όλων αυτών των χρόνων ήταν τέτοια που ή έπρεπε να βγεις εκτός ιστορίας και να κάνεις τον επιτήδειο ουδέτερο, είτε θα έμπαινες στο παιχνίδι. Το θέμα είναι αν μετά από κάποια χρόνια, αναθεωρείς πλευρές, αλλάζεις οπτικές και προσθέτεις καινούργιες. Για μένα αυτό έχει μεγαλύτερη σημασία. Οφείλω να πω ότι εδώ με βοηθάει η λογοτεχνία γιατί είναι ένα αίτημα διαύγειας. Το πρωταρχικό θέμα ενός λογοτεχνικού κειμένου σας; Δεν είμαι γλωσσοκεντρικός, εννοώ με ενδιαφέρει η γλώσσα αλλά δεν θεωρώ ότι το πρωταρχικό θέμα ενός κειμένου είναι η γλώσσα του και μόνο. Η κατασκευαστική του. Είναι το παιχνίδι της γλώσσας με ένα αναφορικό σύστημα, με μια αναφορά. Με αυτή την έννοια επικοινωνώ με μια πιο κλασική αντίληψη της λογοτεχνίας παρότι αναγνωρίζω ότι πρέπει να ενσωματώνει ο συγγραφέας καινούργιους τρόπους, καινούργιες μορφές και βλέμματα.

Στο επόμενο λογοτεχνικό σας βήμα, τι θα αλλάξετε;

Το αυτοβιογραφικό ή αυτό που φαίνεται ως αυτοβιογραφικό υποχωρεί πάρα πολύ. Τα καινούργια διηγήματα είναι μυθοπλαστικά και με κάποιες εξαιρέσεις δεν υπάρχει ο αυτοβιογραφικός τόνος. Το κέντρο είναι η παρατήρηση σχέσεων.

Τους γνωρίζετε τους ήρωές σας; Τους βλέπετε γύρω σας;

Παρατηρώ. Παίρνω λεωφορεία, περπατώ διαρκώς, έχω σχέση με τη γειτονιά μου, μια γειτονιά μικροαστική, ψωνίζω, έχω σχέσεις με τους ανθρώπους που ζουν γύρω μου, λέμε δυο κουβέντες.

Την Αθήνα την ξέρετε;

Την ξέρω, το κέντρο τουλάχιστον. Τοποθετώ εκεί πολλές ιστορίες μου. Περισσότερες από όσες στη Θεσσαλονίκη. Και μου αρκεί αυτό. Δε θέλω κάτι παραπάνω. Γενικά με τις πόλεις, με τους τόπους έχω την αντίληψη ότι αν υπάρχουν μέσα σου, αν μπορείς να τους αναπλάσεις δε χρειάζεται να επιστρέφεις ή να μένεις ή να τους επισκέπτεσαι συχνά. Δε μου αρέσει να ταξιδεύω πολύ. Ξέρετε, υπάρχει μια κατασυκοφαντημένη έννοια που είναι η ρουτίνα. Η ρουτίνα δεν είναι καθήλωση. Είναι μια απελευθερωτική καθήλωση. Ένα κόλλημα που σου επιτρέπει να ταξιδέψεις εσωτερικά, να ανακαλύψεις πλευρές. Η διαρκής καταστροφή της ρουτίνας δε σου επιτρέπει να συγκροτήσεις το βλέμμα σου. Το όλο παιχνίδι είναι ανάμεσα στην ρουτίνα και το πείραγμά της, αλλά αυτή η μεταβολή πρέπει να είναι απαλή. Να έχει κάποιες λοξές, παράδοξες πλευρές και να μη μετακινείται πανικόβλητα, βίαια, ούτε με το άγχος του να δείξει πόσο έξυπνος και πόσο επινοητικός μπορεί να είσαι. Είναι εντέλει ο τρόπος να βαθαίνεις σε μια εμπειρία. Είναι όπως με τους ανθρώπους. Εξαντλώντας πολύ γρήγορα κάποιον, τον αδικούμε. Δυστυχώς, όλοι το κάνουμε.

Πηγή: www.lifo.gr