Κυριακή, 22 Οκτωβρίου 2017

• Από το μυθιστόρημα του Σωκράτη Καψάσκη «Πίσω από το χαμόγελο» (εκδ. Νεφέλη, 1985)

..............................................................















Σωκράτης Καψάσκης (1928-2007)











·       Από το μυθιστόρημα του Σωκράτη Καψάσκη «Πίσω από το χαμόγελο» (εκδ. Νεφέλη, 1985)


(σελ. 82 – 85)

…είσαι άδικος λέει· δεν πειράζει που με κατηγορείς για το χτήμα της Ουρανούπολης· έχεις δίκιο επειδή δεν στο ‘πα μόνος μου· ήθελα να στο πω αλλά δεν βρήκα στη σωστή ευκαιρία· λυπάμαι που το έμαθες από τους άλλους· όμως είσαι άδικος με τον εαυτό σου· το ξέρεις πως είσαι από τους καλύτερους μπορεί από όλους ο καλύτερος· γιατί σου ρίχνονται οι δουλειές στα πόδια τόσο εύκολα; δεν το σκέφτεσαι αυτό; δέκα χρόνια βαστάει η ρέντα σου στην αγορά· δεν το σκέφτεσαι; τι θα πει πως δεν θα μείνει τίποτα; όλα θα μείνουνε· κάνεις ένα βασικό λάθος· χτίζεις τα χτίρια της εποχής σου·
   ναι λέω· πράγματι αυτό κάνω και το δέχομαι αυτό που λες σα βρισιά·
   ε, λέει· δεν μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι τη συζήτηση· σωστά λέω· δεν μπορεί να ξύνουμε συνέχεια τις πληγές μας· πρέπει κάπου κάπου να παίρνουμε το μπαμπάκι και να τις καθαρίζουμε να τις απολυμαίνουμε να βάζουμε και κανένα επίδεσμο· η ξαδέρφη από τα Γιαννιτσά να πούμε απόψε· αυτό δεν θες να πεις;
   είχε σοβαρέψει πολύ τώρα· έγειρε το άδειο ποτήρι του στο στόμα του και όλο το πρόσωπό του έλαμψε για μια στιγμή σε απαντοχή αυτής της ελάχιστης σταλιάς πιοτού στη γλώσσα του· όμως αυτή η κίνηση είχε κιόλας γίνει δυο φορές και το στραγγιγμένο ποτήρι του δεν του έδωσε καμιά ικανοποίηση· άδειασε ο ίδιος με απογοήτευση από κάθε σκέψη και ελπίδα· το μυαλό του ανίκανο να φτιάξει μια πρόταση ή και μια λέξη ακόμα· ακούμπησε τη ματιά του πάνω στη δική μου περιμένοντας από εμένα σα να ήτανε ένα κερί που κάπνιζε ή να τον ανάψω με καινούργιο σπίρτο ή να τον φυσήξω δυνατά για να πάψει να καπνίζει και να τον ξεχάσω εκεί σβησμένο και να φύγω με γρήγορα βήματα·
   χτίζω τα χτίρια της εποχής μου λέω· ναι· όπως το ‘πες· όμως ξεχνάς τα όνειρά μας όσα σχεδιάζαμε στη νιότη μας· τα πάρκα τις πλατείες τα χτίρια τα σχολεία τις παιδικές χαρές τα γυμναστήρια που ονειρευόμαστε να χτίσουμε τα χρόνια του αγώνα μας· δεν σε γνώριζα τότε ακόμα αλλά θυμάμαι αργότερα τις κουβέντες μας τις σκοτωμένες κουβέντες έξω από το αντίσκηνο στη Μακρόνησο καθώς θάβαμε κάθε βράδυ αυτά τα όνειρα καθώς τα στοιβάζαμε μέσα στα σκοτεινά σακιά και τα βουλιάζαμε στο πέλαγος μέχρι ποτ καταφέραμε κάποια μέρα να τα εξαφανίσουμε όλα και να μείνουμε γυμνοί και έτσι βάλαμε την υπογραφή μας σε κείνο το χαρτί που μας άνοιγε την πόρτα της φυλακής· και βγήκαμε έξω έτοιμοι να τους υπηρετήσουμε· κομμένοι και ραμμένοι στα μέτρα τους· έτοιμοι για πολυκατοικίες με τα δυάρια και τα τριάρια· με τις ελλιπείς προδιαγραφές· με τα τσουρουτεμένα κλιμακοστάσια· την πρόχειρη αποχέτευση· την κακότεχνη κατασκευή· έτοιμοι να επαναλάβουμε το μοντέλο του προηγούμενου χτιρίου που έμπρακτα πραγματοποίησε κέρδος και που εύκολα μπορούσε τώρα να αποδώσει περισσότερο χειροτερεύοντας την ποιότητα της κατασκευής· βγήκαμε από τη φυλακή έτοιμοι να δεχτούμε τις λοβιτούρες των μειοδοτικών διαγωνισμών τα μπιλιετάκια και τα φακελάκια τη σιωπηλή διαδικασία της αποχής από κάθε κριτική σε πρόσωπα που πρόσφεραν νέους κύκλους δουλειάς μπλεγμένοι σε ένα κύκλο από τραπεζώματα τηλεφωνήματα βίζιτες και χαιρετούρες·
άναψα καινούργιο τσιγάρο·
   είμαι από τους καλύτερους είπες· ίσως ο καλύτερος· και δεν βλέπεις ή κάνεις πως δεν βλέπεις το λόγο που προτιμάνε έναν από μας από έναν δικό τους· δεν βλέπεις το πλεονέχτημα που έχουμε εμείς που ερχόμαστε από το άλλο στρατόπεδο από εκείνους που ήτανε πάντα δικοί τους· δεν καταλαβαίνεις ότι στα πρόσωπά μας βλέπουνε άλλη μια φορά τη νίκη τους; δεν καταλαβαίνεις ότι βοηθώντας εμάς ανανεώνουνε το μύθο ότι όποιος άλλος θελήσει να αφήσει τους άλλους και να ενωθεί μαζί τους θα ‘χει την ίδια μεταχείριση; και τέλος ότι νιώθουνε την ικανοποίηση ότι αυτοί μείνανε εκεί ακλόνητοι στις θέσεις τους ενώ εμείς προδώσαμε τις δικές μας; δεν βλέπεις ότι στο δικό μας αυτοευνουχισμό βλέπουνε μια αυταπόδειχτη επιβεβαίωση του ανδρισμού τους; παράγγειλε άλλα δύο ποτά λέω·
  δεν έδειξε πως άκουσε· έμεινε ακίνητος κοιτάζοντάς με στα μάτια·
   πες του να φέρει άλλα δυο λέω· μ’ ακούς;…
………………………………………………………..

   (σελ. 87 – 90)
   ο  πάγκος σκληρός· στο αριστερό μου πλευρό· δεν θυμάμαι πώς βρέθηκα εδώ· τα φώτα χαμηλώνουν· όχι· τα φώτα απομακρύνονται· πότε πλησιάζουν τα μάτια μου και πότε χάνουνται στο βάθος· σα να πετάνε· σα να ‘ναι πουλιά· σα να ‘ναι γεράκια και αητοί τα φώτα κυνηγάνε τα μάτια μου· σκληρός ο πάγκος ξύλινος· πώς βρέθηκα; πώς ήρθα εδώ; κανένας θόρυβος τώρα· μια ησυχία περίεργη· ένας μονότονος ίδιος ήχος σαν πέταγμα ζουζουνιού στα αυτιά μου· μπορεί το φως· όμως το φως δεν έχει ήχο· δηλαδή δεν έχει ήχο για τ’ αυτιά μας· μπορεί με ένα διαφορετικό μηχάνημα από τα αυτιά μας πιο ευαίσθητο να αποδειχτεί αυτό· πως το φως έχει ήχο· πότε πώς θα μπορέσουμε να τον ακούσουμε; σαν τα υδρόφωνα με τις κουβέντες των δελφινιών ή της φάλαινας· ο ήχος του σκοταδιού σ’ ένα σκονισμένο κλειστό δωμάτιο· ο ήχος του φωτός μέσα σε ένα δάσος με τον ήλιο· περιχαρακωμένοι μέσα στο σώμα μας ανίδεοι για τόσα θαυμαστά πράγματα που συμβαίνουν γύρω μας· σιγά-σιγά διαπιστώνοντας τις αδυναμίες και τους περιορισμούς μας· προσπάθειες να τις ξεπεράσουμε· να ανακαλύψουμε νέες δυνατότητες· ο ήχος του σκοταδιού· ο ήχος του φωτός· τόσοι άλλοι ήχοι γύρω μας που δεν μας φτάνουν· οι μυρωδιές τάχα έχουν ήχο; ή ακόμα αν πούμε πως το φως έχει ήχο τότε τα χρώματα πρέπει να ‘χουν· ακόμα αφού κάθε κίνηση παράγει κάποιον ήχο τότε γιατί όχι και το βλέμμα μας; κάτι που διασχίζει τον αέρα· ένα βλέμμα εχθρικό συνοδευμένο από έναν αντίστοιχο ήχο που σχίζει τα αυτιά μας· ένα βλέμμα έρωτα με το μελωδικό του αντίστοιχο· το βλέμμα ενός φονιά με τον ήχο του και το βλέμμα ενός γέροντα· πώς είναι οι αληθινές μας δυνατότητες να τον αντιληφθούμε και να τον εξηγήσουμε;  πόση σημασία έχει τάχα εκτός από την ποιότητά τους και ο ήχος των βλεμμάτων δυο ανθρώπων για τη δημιουργία της φιλίας ή του έρωτα; πόσα πράγματα είμαστε αδύναμοι να καταλάβουμε έξω από το περίγραμμα του σώματός μας ή ακόμα και μέσα στο ίδιο μας το σώμα; έχει τάχα ήχο ο πόνος μας; μπορεί να μετρηθεί ηχητικά ο πόνος μας; μπορούμε να βυθίσουμε μέσα μας κάποιο είδος μετρητή για το άκουσμα του ήχου της εσωτερικής πληγής; προσπάθησε να φανταστείς την ηχητική αντιστοιχία της αιχμηρότητας του πόνου· ή ακόμα τον ήχο της επιθυμίας μας· ο ήχος ενός σώματος που πεινάει και διψάει· αν υπάρχει ήχος στον πόνο γιατί τότε να μην έχουν ήχο και οι επιθυμίες μας; φαντάσου τον θρίαμβο του ήχου μιας στύσης· τη μουσική αντιστοιχία μιας στύσης· και ύστερα ο ήχος μιας ανάμνησης πρέπει να υπάρχει να παράγεται μέσα μας· ίσως και να βγαίνει έξω από το σώμα μας και όμως δεν μπορούμε να τον αντιληφθούμε· η θλίψη του ήχου μιας ανάμνησης από ένα αγαπημένο πρόσωπο και ακόμα οι απροσδιόριστοι ήχοι της παιδικής μας ηλικίας· ξύλινος ο πάγκος· σκληρός· τα φώτα παίζουνε στα μάτια μου· η παιδική μου ηλικία· Ζάκυνθο· ωραία και μόνη· ξεχασμένη· δε σε χρειάζουμαι· άπατρις· δεν μπορώ να μετρήσω τίποτα· άνακα άνα ανακατωμένα τα μαλλιά μου· φυσάει; φύσηξε· τα λιγοστά μαλλιά μου· φυσάει αγέρας· ανα άνακα ανακατεμένα τα· ήχοι που δεν ακούγονται· ζούμε με αυτούς· έστω κι αν δεν τους ακούμε προσπαθούμε να τους πλάσουμε να τους δώσουμε μορφή μέσα στο μυαλό μας· έστω κι αν δεν υπάρχουν τους χρειαζόμαστε· ήχοι από τη Ζάκυνθο· τόσα χρόνια ξεχασμένη σαν την παιδική μου ηλικία· γιατί ήρθε στο νου μου τώρα; πόσα χρόνια έχω να πάω; όπως και να ‘ναι δεν θα ‘χει μείνει τίποτα παλιό από τους σεισμούς· τα λιόφυτα μόνο και τα ονόματα των δρόμων· οι άνθρωποι και τα ονόματά τους· η θάλασσα· μυρωδιές και ήχοι ζυμωμένοι με το σώμα μου· αναμνήσεις σχημάτων και παραστάσεων που ανακαλούμε μέσα από το όνειρο· θεληματικά διωγμένα και αθέλητα φερμένα μέσα στο όνειρο σε μια προσπάθεια σύνθεσης ενός μέλλοντος που το σχεδιάζουμε διαφορετικό και όμως το παρελθόν μας το καθορίζει και το περιχαρακώνει· πόσο η ώρα και ο τρόπος του θανάτου μας επηρεάζεται από την παιδική μας ηλικία; πόσο αυτή η στιγμή εδώ τώρα στον ξύλινο πάγκο μπορεί να καθορίσει ή να επηρεάσει την ώρα και τον τρόπο του θανάτου μας; κάθε στιγμή κάθε λεπτό φτιάχνουμε το μέλλον μας· πώς να αγνοήσουμε ή να αρνηθούμε τα ερεθίσματα της προηγούμενης ζωής μας που δώσανε αυτή την τελειωμένη συνεχώς μεταλλάζουσα μορφή στον εαυτό μας; πώς να ξεφορτώσουμε από πάνω μας από μέσα μας αυτές τις θετικές ή αρνητικές μνήμες που μας αναγκάζουνε να αντιδρούνε έτσι ή αλλιώτικα στα νέα ερεθίσματα που το τυχαίο και το προσδοκώμενο παραθέτει; πότε λοιπόν φτιάχτηκα αυτός που είμαι; πόσο άλλος μπορώ να γίνω; την ώρα του θανάτου μου πόσο ίδιος θα ‘μαι με αυτόν που ήμουν στην παιδική μου ηλικία ή με αυτό που κάθεται τώρα στον ξύλινο πάγκο; φώτα με ήχο ή χωρίς ήχο ψηλά ψηλότερα δεξιά και αριστερά χτυπάνε τα μάτια μου στέλνουνε μηνύματα καθορίζουνε τα αντικείμενα· τα φώτα και τα μάτια μου καθορίζουνε τον κόσμο· περιμένοντας το τραίνο των δώδεκα και πέντε· εδώ στο σταθμό της Θεσσαλονίκης· δεκατέσσερις Δεκέμβρη του χίλια εννιακόσια εξήντα ένα· σηκώθηκα όρθιος·…
………………………………………………………………….    
(σ. 113 – 118)
   …πες μου λέει·
τα μαλλιά της ήτανε στο μάγουλό μου· το ένα της χέρι στο πλευρό μου κάτω από τη μασχάλη μου· είμαστε ξαπλωμένοι στο κρεβάτι·
θέλω να τα μάθω όλα λέει· για τη γυναίκα σου τα παιδιά σου τη δουλειά σου· όλα· αυτό που οι άλλοι πιστεύουνε πως είσαι· αυτό που πιστεύεις εσύ πως είσαι· αυτό που αληθινά είσαι·
η μυρωδιά από τα μαλλιά της μέσα μου· έφερα το χέρι και τα άγγιξα· πέρασα την παλάμη πάνω τους· πέρασα τα δάχτυλά μου μέσα τους και τα ανακάτεψα· άνοιξα το στόμα μου και τα ‘γλυψα· η γλώσσα μου πέρασε πάνω τους πολλές φορές.
σου είπα ψέματα πριν στο μπαρ λέω·
πότε; ρώτησε·
όταν σου ‘πα ότι σκεφτόμουνα μόνο το σώμα σου λέω· με άκουσε ακίνητη μα ύστερα θέλησε να με αγγίξει κάπου να με χαϊδέψει κάπου να με αγκαλιάσει· δεν ξέρω· θέλησε να απλώσει το χέρι της πάνω νου μου όμως δεν την άφησα· την έσφιξα πάνω μου· κράτησα τα χέρια της· άκου λέω· άλλο ήθελα να πω· τώρα το καταλαβαίνω· όχι αυτό που μου ‘μεινε στη σκέψη μου από σένα αλλά αυτό που μου ‘λειψε από σένα ήθελα να πω· καταλαβαίνεις τη διαφορά; αυτό που μου ‘λειψε τόσα χρόνια περισσότερο ήτανε το σώμα σου· δηλαδή αυτήν την ώρα· να ‘μια εγώ με το σώμα μου και εσύ με το σώμα σου· καταλαβαίνεις; να μπορώ να μπαίνω στο σώμα σου λίγος και να βγαίνω περισσότερος· να μπορώ να περνάω μέσα από το σώμα σου μισός και να βγαίνω ολόκληρος· να μπορώ να κρύβομαι μέσα στο σώμα σου και οι άλλοι να μη με βρίσκουν· να μπορώ να βγαίνω από το σώμα σου και να μην το ξεχνάω· αυτό·
θέλησε πάλι να με αγγίξει να με αγκαλιάσει όμως την κράταγα ακόμα στην αγκαλιά μου σφιχτά·

   μια ομίχλη κατέβηκε μέσα από το σκοτάδι και απλώθηκε γύρω από τα φώτα· σαν ένα ξεπαγιασμένο στο κρύο σκυλί που πλησιάζει τη φωτιά· έτσι αθόρυβα κατέβηκε και πλησίασε τα φώτα· πρώτα τη νιώσανε τα μάτια μου· ύστερα ακούμπησε πάνω στοπ δέρμα μου και τα μαλλιά μου· ύστερα μπήκε μέσα μου με την ανάσα μου· μπορεί να ‘ρθε από τα βουνά του βορρά ή από τις κοίτες των ποταμών ή από τον πλατύ δρόμο της θάλασσας· μεταμόρφωσε το χώρο· επέβαλε μιαν άλλη συμπεριφορά· οι θόρυβοι είχανε σταματήσει τώρα· καμιά κραυγή δεν ακουγότανε· οι φωνές οι συζητήσεις σιγανές· τα σούρτα φέρτα είχανε σταματήσει στην πλατφόρμα· όμως και μέσα μου ο πόνος είχε σταματήσει· η έξαψη μέσα μου είχε σταματήσει· η αναμονή μέσα μου είχε σταματήσει· σαν ένα σεντόνι η ομίχλη προστατευτικά μάς σκέπασε· σα μια γάζα πάνω στην πληγή· σαν την φροντίδα της μάνας που ακουμπάει απαλά το χέρι της στην πλάτη μας την ώρα του ύπνου στο παιδικό κρεβάτι· έκλεισα τα μάτια μου και σήκωσα ψηλά το κεφάλι· με μια διάθεση παραίτησης· όταν τα ‘νοιξα ξανά είδα πάλι εκείνα τα φώτα·  η ένταση της λάμψης τους περιορισμένη από την ομίχλη· η έκταση της φωτεινότητάς τους περιορισμένη στο χώρο· καμιά αγωνία· καμιά απειλή· εντάξει· παραίτηση· παραδοχή· εγκατάλειψη· ας περάσουν πάνω μου· ας περάσουν μέσα μου· τα χιόνια και τα χρόνια· το τέλος αυτού του κόσμου· ας περάσουν πάνω μου· ας περάσουν μέσα μου· τα πρόσωπα· τα αισθήματα· το τέλος αυτού του κόσμου· η έκταση του σώματός μου· η ένταση της ελπίδας μου· εντάξει·

εντάξει λέει· καταλαβαίνω τις αντιρρήσεις σου· καταλαβαίνω τους φόβους σου· καταλαβαίνω στη συλλογιστική σου· όμως θέλω να σε κάμω να σκεφτείς κάτι πολύ απλό· τελικά η επανάσταση είμαστε εμείς· εγώ και εσύ·
με κοίταζε συνέχεια·
ναι λέω· το καταλαβαίνω· είναι πολύ απλό· η επανάσταση είμαστε εμείς· εγώ εσύ και οι άλλοι·
χαμογέλασε πικραμένη σαν το παιδί που το πιάνει ο δάσκαλος αδιάβαστο·
εντάξει λέει· είναι και οι άλλοι· όμως πρώτα και κύρια είμαστε εμείς· ο καθένας με τον εαυτό του για τον εαυτό του· και αφού μιλάμε τώρα οι δυο μας σε αυτό το δωμάτιο για τη δική μας ζωή είμαστε εμείς· εγώ και συ· η επανάσταση είναι κάτι ζωντανό και ζεστό όσο εμείς την κρατάμε έτσι μες στο κορμί μας και μέσα στο μυαλό μας·
   δηλαδή τι θες να πεις λέω· ότι η ζεστασιά και η ζωντάνια της επανάστασης δεν κινδυνεύουνε παρά μόνο από μας τους δυο; πες μου ανοιχτά τι θες να πεις; ότι η επανάσταση έχασε τη ζεστασιά της και τη ζωντάνια της όταν υπέγραψα εγώ και όταν εσύ τα παράτησες και έφυγες στην Καβάλα;
όχι λέει θέλω να πω ότι ανεξάρτητα από το πόσο ζεστή και ζωντανή ήταν η επανάσταση κείνη την ώρα εμείς με μια δική μας απόφαση την παγώσαμε μέσα στο κορμί μας και στο μυαλό μας· θέλω να πω ότι εμείς που μεγαλώσαμε μαζί με την επανάσταση που περίπου γεννηθήκαμε ή ξυπνούσαμε μαζί της εμείς οι ίδιοι τη στιγμή που αποφασίσαμε να χωρίσουμε από αυτήν στερηθήκαμε κάτι που ήτανε για μας πιο αναγκαίο από τον ήλιο το νερό ή το ψωμί και πως από τότε ό,τι μας συμβαίνει στην υπόλοιπη ζωή μας έχει την αιτία του σε αυτή τη στέρηση σε αυτή την αποκοπή από εκείνο που μας έτρεφε και μας ζέσταινε πάντα·
   ωραία τα λες λέω· έπρεπε να μείνουμε λοιπόν για πάντα εκεί· και αφού φύγαμε πρέπει να επιστρέψουμε στην αγκαλιά της επανάστασης· αν αλλάξω μόνο μια λέξη από τη φράση σου πρέπει να πω να επιστρέψουμε στην αγκαλιά της εκκλησίας· έτσι που μιλάς είναι σα να διαβάζω εκκλησιαστικό τύπο·
   όχι λέει· όχι εκκλησιαστικό· όχι υποκατάστατα· δεν μιλάμε για κόμματα· μιλάμε για την επανάσταση· και αν θες να αλλάξεις μια λέξη από τα λόγια μου ας πούμε τότε να γυρίσουμε στην αγκαλιά της θρησκείας·
   όχι λέω· αρνούμαι· καταλαβαίνω τι μου προτείνεις· όμως εγώ δεν νιώθω την ανάγκη να πεθάνω μέσα στην ασφάλεια της εκκλησίας ή του κόμματος· δεν θέλω να πεθάνω ούτε ορθόδοξος μήτε αιρετικός·
   κι εγώ δεν θέλω να πεθάνω νικημένη λέει· ή μάλλον δεν θέλω να πεθάνω·
   κι εγώ θέλω να ζήσω με τις μνήμες που περιέχει το σώμα μου· αν καταλαβαίνεις τι θέλω να πω· η επανάσταση σήμερα είναι για μένα μια ιστορική πραγματικότητα σαν τη φαλάκρα μου· εμπεριέχεται στις μνήμες του σώματός μου μαζί με όλες τις ανοίξεις και τα φθινόπωρα που έζησε· η επανάσταση εμπεριέχεται στο ιστορικό της ηλικίας μου ή της αρρώστιας μου·
   όχι όχι λέει· καταλαβαίνω αυτό που δεν τολμάς να πεις ή δεν τολμάς να ομολογήσεις· τελικά η ήττα όταν την πάρεις σε μεγάλες δόσεις και σε μεγάλο χρονικό διάστημα μπορεί να σου δώσει χαρές όπως ο μαζοχισμός στη σεξουαλικότητα· ναι· το μόνο που θυμάσαι από την επανάσταση είναι ένα αίσθημα πόνου και ντροπής· που τελικά σε βολεύει·
     είδε στα μάτια μου πως με πείραξε· είχε μια κακία στα μάτια της· χαμογέλασε φανερά ικανοποιημένη που με πέτυχε· πήρε ανάσα και ξανάρχισε·
   και ύστερα κάτι ακόμα· μιλάς για την επανάσταση όπως για μια ερωμένη που χώρισες γιατί δεν σε ερέθιζε πια και μετά από χρόνια ξαφνιάζεσαι απορημένος μαθαίνοντας πως κάποιος άλλος έχει έναν μεγάλο έρωτα μαζί της·
   μαλακίες λέω·
   ναι λέει· όμως η απλή αλήθεια είναι πως η επανάσταση ήτανε και είναι πάντα το ίδιο όμορφη και δεν έχει αλλάξει· εμείς αλλάζουμε μπροστά της· θεέ μου· μόνο εμείς αλλάζουμε·
   είχε μια γλύκα τώρα στο βλέμμα της· σιγά-σιγά μια συγκίνηση την κέρδισε· τα μάτια της υγράνθηκαν λίγο· η επανάσταση λέει είναι ένας μαγικός καθρέφτης· όσο καιρό έχεις τη δύναμη να την κοιτάξεις κατάφατσα θα βλέπεις μέσα τον εαυτό σου νέο· όταν θα πάψεις να την κοιτάζεις κατάφατσα θα ‘χει έρθει η ώρα  σου να πεθάνεις·…        

 Δες εδώ εργοβιογραφικό σημείωμα του Σωκράτη Καψάσκη: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CF%89%CE%BA%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%9A%CE%B1%CF%88%CE%AC%CF%83%CE%BA%CE%B7%CF%82


                               

Σάββατο, 21 Οκτωβρίου 2017

[Για την ταινία "Αμούρ/Αγάπη" του Μίκαελ Χάνεκε] γράφει ο φίλος στο fb Giannis Smoilis (facebook, 21/10/2017)

............................................................


Για την ταινία "Αμούρ/Αγάπη" του Μίκαελ Χάνεκε




γράφει ο φίλος στο fb Giannis Smoilis (facebook, 21/10/2017)



Με αφορμή την προβολή του "Amour" χθες βράδυ, από την ΕΡΤ 2, ένα σύντομο σχόλιο περί της εντιμότητας στην τέχνη. Στον σύγχρονο δυτικό τύπο κοινωνίας, κυριαρχεί η ανεντιμότητα, το -κατά Ζιράρ- "ρομαντικό ψεύδος", η δειλία απέναντι στις σκοτεινές όψεις της ζωής (δεν υπάρχει κανένας ηθικολογικός επιχρωματισμός σ' αυτό που λέω). Κανένας άλλος πολιτισμός στην Ιστορία, δεν είχε τόσο κακή σχέση με τις δυσάρεστες αλήθειες του βίου, και, κυρίως, με την εξής μία: τον θάνατο. Το βλέπουμε παντού γύρω μας, το γεγονός της ευθραυστότητας του ανθρώπου αποσιωπάται εντέχνως και επιμελώς στον δημόσιο λόγο. Η πολιτική, τα ΜΜΕ, η διαφήμιση, το μάρκετινγκ, η σφαίρα της αγοράς που αγκαλιάζει ασφυκτικά τα πάντα, οι κάθε είδους υπηρεσίες, προσπαθούν να δώσουν στον άνθρωπο την ψευδαίσθηση της αθανασίας. Ζούμε στην εποχή του γενικευμένου, υποκριτικού καθησυχασμού. Ακόμα κι όταν η τηλεόραση προβάλλει ανείπωτες φρίκες και σκιαγραφεί τερατωδίες στα δελτία των οκτώ, το κάνει με τρόπο που ο τρόμος να μοιάζει τόσο απόμακρος, τόσο ξεκομμένος απ' ό,τι αποτελεί τον δικό μας κόσμο, ώστε να μη μας αγγίζει στο ελάχιστο, όχι περισσότερο απ' όσο φοβίζουν έναν γονιό τα τέρατα του παραμυθιού που διαβάζει στο παιδί του. Ένα χαζοχαρούμενο "όλα θα πάνε καλά", πλανιέται πάνω από τα κεφάλια μας, μια απεχθής μητρική κοινωνικοπολιτική συγκαταβατικότητα χαράζει τα όρια γνώσης και υπαρξιακής αντίληψης εντός των οποίων μας επιτρέπεται να κινούμαστε, και δεν μας αφήνει να ενηλικιωθούμε, γιατί μας αντιμετωπίζει σαν ευαίσθητα, αθώα νήπια. Εξοβελισμένη στην περιοχή του άρρητου και του ανομολόγητου, η θνητότητα μετατρέπεται σε μικρό "βρώμικο μυστικό" -κάποτε ήταν η σεξουαλικότητα θύμα αυτής της υποκριτικής λογοκρισίας, σύμφωνα με τον Φουκώ-, πράγμα που την κάνει ακόμα πιο δυσβάσταχτη όταν, σε ακραίες στιγμές, ο σύγχρονος άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με την απαράγραπτη πραγματικότητά της• γιατί δεν είναι κατάλληλα προετοιμασμένος για να τη διαχειριστεί. Τίποτα δεν βρέθηκε για να τον οχυρώσει απέναντι σ' αυτό το "κακό". Τίποτα απολύτως; Όχι. Η τέχνη (συγκεκριμένα η μεγάλη τέχνη), εμπεριέχει, κάποιες φορές, την εντιμότητα που μας αρνείται ο πολιτισμός μας της ψυχαναγκαστικής ιλαρότητας, του κιτς, των σεντιμενταλιστικών κλισέ και της περιρρέουσας οπτιμιστικής βλακείας. Η τέχνη, όπως την αντιλαμβάνεται ο Χάνεκε στο "Amour", δεν καταδέχεται να μας παραμυθιάσει, δεν μας πουλάει φούμαρα, φτύνει κατάμουτρα την αδυναμία μας να ενηλικιωθούμε. Έτσι, όμως, καταλήγει να μας παρηγορεί πολύ πιο αποτελεσματικά, γιατί εμπιστεύεται την ικανότητά μας να δυναμώσουμε. Δεν βλέπει την αγάπη σαν καταφύγιο για δειλούς, φοβισμένα ανθρωπάκια που κρύβονται πίσω από βαρύγδουπες, αφηρημένες έννοιες και περιπτεριακό λυρισμό για ηλίθιους, αλλά σαν μια πολύ συγκεκριμένη, πολύ γενναία, συχνά επώδυνη, καθημερινή πρακτική, μια δράση που αρνείται τον θάνατο ακόμα κι αν είναι νομοτελειακά προορισμένη κι αυτή (όπως κι οτιδήποτε άλλο σ' αυτό το κρύο σύμπαν) να υποταχθεί στην παντοδυναμία του. Η αγάπη δεν νικάει τον θάνατο, η αγάπη σου δίνει κάτι να του αντιτάξεις, μια εφήμερη μουσική να γεμίσεις τη Σιωπή, έστω για λίγο, ακόμα κι αν η μοίρα της μελωδίας είναι να διακοπεί απότομα -να η πελώρια εντιμότητα του "Amour", που δεν υποτιμάει τον άνθρωπο, υποβιβάζοντας τον στο επίπεδο του "αιώνιου παιδιού" (μια από τις πιο ανήθικες επινοήσεις του όψιμου δυτικού πολιτισμού), αλλά τον θεωρεί αρκετά ώριμο ώστε να σηκώσει αυτό το βάρος και να μην το αφήσει να τον συντρίψει. Υπό αυτή την έννοια, το "Amour", μαζί με το "Άλογο του Τορίνο", το "The Grey" και λίγα ακόμα έργα, θα πρέπει να συγκαταλέγεται ανάμεσα στις κορυφαίες στιγμές της κινηματογραφικής τέχνης του αιώνα μας. Αντίσταση στο κιτς, τα σεντιμενταλιστικά κλισέ, την οπτιμιστική κοινοτοπία, τον δακρύβρεχτο λυρισμό της νοικοκυράς, την ανοησία, την αφέλεια και τον συγκαταβατικό τόνο• ειλικρίνεια, θάρρος, εντιμότητα: αυτά πρέπει, κυρίως, να κομίζει η τέχνη στους ανέντιμους καιρούς μας, ως πολύτιμος αντίποδάς τους.

Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου 2017

Από την «ΛΕΣΧΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑΣ» και την «Περιπέτεια της επιβατικής άμαξας» του Ρόμπερτ Λιούις Στήβενσον (1850 - 1894) (μτφ. Τάσος Δενέγρης, εκδ. «Άγρα», 1985)

.............................................................


 





 Ρόμπερτ Λιούις Στήβενσον (1850 - 1894)











·       Από την «ΛΕΣΧΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑΣ» και την «Περιπέτεια της επιβατικής άμαξας» του Ρόμπερτ Λιούις Στήβενσον (μτφ. Τάσος Δενέγρης, εκδ. «Άγρα», 1985)


   Ο ΥΠΟΛΟΧΑΓΟΣ ΜΠΡΑΚΕΝΜΠΟΥΡΥ ΡΙΤΣ είχε διακριθεί ιδιαιτέρως σ’ έναν από τους μικρότερους ανταρτοπολέμους στην Ινδία. Αυτός είναι που έπιασε αιχμάλωτο, με τα ίδια του τα χέρια, τον αρχηγό της ανταρσίας· η ανδρεία του τον έκανε αντικείμενο παγκόσμιου θαυμασμού και  όταν γύρισε στην πατρίδα, εξαντλημένος από το άσχημο τραύμα μιας σπαθιάς και έναν παρατεταμένο τροπικό πυρετό, η υψηλή κοινωνία ήταν έτοιμη να τον υποδεχτεί σαν μια ελάσσονα διασημότητα.
   Διακρινόταν όμως για την ανεπιτήδευτη σεμνότητα του χαρακτήρα του· ο κίνδυνος ήταν μέσα στο αίμα του, αλλά η προσωπολατρία τον άφηνε αδιάφορο· περίμενε λοιπόν σε λιμάνια του εξωτερικού και στο Αλγέρι μέχρι  η φήμη των ανδραγαθημάτων του να φτάσει στο κατακόρυφο κι ύστερα ν’ αρχίσει να ξεχνιέται.
   Έφτασε τελικά στο Λονδίνο στην αρχή της σεζόν και πέρασε απαρατήρητος, παρά τους φόβους του για το αντίθετο, και καθώς ήταν ορφανός και δεν είχε παρά κάτι μακρινούς συγγενείς που ζούσαν στην επαρχία, ήταν σχεδόν σαν ένας ξένος που εγκαταστάθηκε στην πρωτεύουσα της χώρας για την οποία είχε χύσει το αίμα του.
   Την επομένη της επιστροφής του δείπνησε μοναχός του σε μια στρατιωτική λέσχη. Αντάλλαξε χειραψίες με κάτι παλαιούς συναδέλφους και δέχτηκε τα θερμά τους συγχαρητήρια αλλά, καθώς όλοι γενικώς είχαν κάτι να κάνουν το βράδυ, κατέληξε εντελώς μόνος. Φορούσε επίσημο ένδυμα γιατί σχεδίαζε να πάει θέατρο. Η μεγαλούπολη ήταν γι’ αυτόν μια καινούρια εμπειρία· τελειώνοντας ένα επαρχιακό σχολείο είχε μπει σε στρατιωτικό κολλέγιο κι από εκεί κατευθείαν στις Ανατολικές κτήσεις της Αυτοκρατορίας· είχε τάξει στον εαυτό του μια ποικιλία τέρψεων μέσα από αυτόν τον κόσμο που έμελλε να εξερευνήσει. Στριφογυρίζοντας το μπαστούνι του αποφάσισε να κατευθυνθεί δυτικά. Ήταν ένα γλυκό βράδυ, είχε πέσει ήδη το σκοτάδι και κάθε τόσο φαινόταν πως θα βρέξει. Τα πρόσωπα που έβλεπε στο φως των φαναριών διέγειραν τη φαντασία του υπολοχαγού κι είχε την εντύπωση ότι θα μπορούσε να περπατάει συνεχώς σ’ αυτή την παρορμητική ατμόσφαιρα της πόλης, τριγυρισμένος από το μυστήριο της ζωής τεσσάρων εκατομμυρίων ατόμων. Έριξε μια βιαστική ματιά στα σπίτια και διερωτήθηκε τι μπορούσε να συμβαίνει πίσω από τα καλοφωτισμένα παράθυρα· εξέταζε κάθε πρόσωπο, κι έβλεπε πως καθένα από αυτά ήταν απορροφημένο από κάποιαν άγνωστη έγνοια ή ενδιαφέρον, ένοχο ή ευγενικό.
   «Λένε για τον πόλεμο», σκέφτηκε, «αλλά τούτο είναι το μεγάλο πεδίο μάχης της ανθρωπότητας».
   Τότε άρχισε να διερωτάται πώς έγινε να περπατήσει τόσην ώρα σ’ έναν χώρο τόσο περίπλοκο και να μη συναντήσει τυχαία ούτε τη σκιά μιας περιπέτειας.
   «Όλα εν καιρώ», σκέφτηκε. «Είμαι ξένος ακόμη κι ίσως το ύφος μου είναι περίεργο. Αλλά πολύ σύντομα πρέπει να μπω στη δίνη».
   Η νύχτα ήταν ήδη αρκετά προχωρημένη όταν μια καταιγιστική κρύα βροχή άρχισε ξαφνικά να πέφτει μες στο σκοτάδι. Ο Μπράκενμπουρυ σταμάτησε κάτω από μερικά δέντρα κι από εκεί είδε έναν αμαξά μιας δίτροχης επιβατικής άμαξας να του κάνει σήμα πως ήταν ελεύθερος. Η ευκαιρία είχε παρουσιαστεί την πιο κατάλληλη στιγμή, γι’ αυτό σήκωσε το μπαστούνι του σαν απάντηση και γρήγορα τρύπωσε στη λονδρέζικη γόνδολα.
   «Πού θα σας πάω, κύριε;» ρώτησε ο οδηγός.
   «Όπου σας αρέσει», είπε ο Μπράκενμπουρυ…