Πέμπτη, 18 Ιανουαρίου 2018

Telemann - Oboe Sonatas (youtube, 14/3/2013)

............................................................



Telemann - Oboe Sonatas

(youtube, 14/3/2013)


Partia, for violin (or flute/oboe) & continuo in G major (KCM No. 2), TWV 41:G2 1 Siciliana 2 Aria I: Allegro 3 Aria 2: Allegro 4 Aria 3: Allegro 5 Aria 4: Affettuoso 6 Aria 5: Presto 7 Aria 6: Tempo di minuet Trio for oboe, harpsichord & continuo in E flat major (Essercizii Musici No. 12/24), TWV42:Es3 8 Largo 9 Vivace 10 Mesto 11 Allegro Sonata for oboe & continuo in E minor (Essercizii Musici No. 11/21), TWV 41:e6 12 Largo 13 Allegro 14 Grave 15 Vivace Sonata for oboe & continuo in A minor (GMM No. 50), TWV 41:a3 16 Siciliana 17 Spirituoso 18 Andante 19 Vivace Zischet nur, stechet, ihr feurigen Zungen!, sacred cantata for voice, oboe & continuo (HGD), TWV 1:1732 20 Vivace 21 Vivace Solo, for oboe & continuo in B flat major (Essercizi musici No. 5/9), TWV 41:B6 22 Adagio 23 Allegro 24 Cantabile 25 Vivace Dies ist der Gotteskinder Last, sacred cantata for voice, oboe & continuo (HGD), TWV 1:356 26 Mesto e sdegnoso 27 Allegro 


Paul Goodwin, Baroque Oboe, Primary Artist John Toll, Harpsichord Susan Sheppard, Baroque Cello Nigel North, Archlute, Theorbo Lynden Cranham, Baroque Cello 

Georg Philipp Telemann (14 March 1681 -- 25 June 1767) was a German Baroque composer and multi-instrumentalist. Almost completely self-taught in music, he became a composer against his family's wishes. After studying in Magdeburg, Zellerfeld, and Hildesheim, Telemann entered the University of Leipzig to study law, but eventually settled on a career in music. He held important positions in Leipzig, Sorau, Eisenach, and Frankfurt before settling in Hamburg in 1721, where he became musical director of the city's five main churches. While Telemann's career prospered, his personal life was always troubled: his first wife died only a few months after their marriage, and his second wife had extramarital affairs and accumulated a large gambling debt before leaving Telemann. Telemann was one of the most prolific composers in history (at least in terms of surviving oeuvre) and was considered by his contemporaries to be one of the leading German composers of the time—he was compared favorably both to his friend Johann Sebastian Bach, who made Telemann the godfather and namesake of his son Carl Philipp Emanuel, and to George Frideric Handel, whom Telemann also knew personally. Telemann's music incorporates several national styles (French, Italian) and is even at times influenced by Polish popular music. He remained at the forefront of all new musical tendencies and his music is an important link between the late Baroque and early Classical styles.

Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2018

[Τα σκόπιμα «Σκόπια»] γράφει ο Κύρκος Δοξιάδης * ("Εφημερίδα των Συντακτών", 16.01.2018)

............................................................


Τα σκόπιμα «Σκόπια»


Τα σκόπιμα «Σκόπια»
Φαίνεται πως κανείς δεν αρνείται ότι η Μακεδονία είναι μια ευρύτερη γεωγραφική περιοχή που περικλείει, εκτός από την ελληνική Μακεδονία, ολόκληρη τη γειτονική χώρα και κάποιο τμήμα της Βουλγαρίας. Δεν είναι κατ’ αρχήν παράλογο επομένως η συγκεκριμένη χώρα να χρησιμοποιεί τον όρο «Μακεδονία» στην ονομασία της. Αλλά ας δεχτούμε πως αυτό το επιχείρημα είναι δευτερεύον. Δεν ταυτίζεται πάντα η ονομασία μιας γεωγραφικής περιοχής με το όνομα ενός εθνικού κράτους.
Επιπλέον, υπάρχει μια βάσιμη ιστορική διαπίστωση: όταν ο Τίτο, κατά τη δεκαετία του 1940, αποφάσισε να ονομάσει «Μακεδονία» την ομόσπονδη εκείνη δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας, το έπραξε έχοντας βλέψεις προσάρτησης της ελληνικής Μακεδονίας, δεδομένης της γεωπολιτικής ρευστότητας που επικρατούσε λόγω ελληνικού εμφυλίου πολέμου. Θα ήταν σωστή επομένως μια θέση της Ελλάδας ότι η χρήση του όρου «Μακεδονία» μπορεί να υποκρύπτει ανάλογες επεκτατικές προθέσεις και στο παρόν – από τότε δηλαδή που η γειτονική χώρα ανακηρύχτηκε ανεξάρτητο κράτος με τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας το 1991.
Θα ήταν σωστή μια τέτοια θέση... αν η πραγματική ονομασία ήταν κάπως αλλιώς. Αν δηλαδή κατά τον σχεδόν μισό αιώνα που μεσολάβησε από τα τέλη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας οι κάτοικοι εκείνης της ομόσπονδης δημοκρατίας δεν είχαν συγκροτήσει εξ ολοκλήρου την εθνική τους ταυτότητα ως Μακεδόνες. Αν, με άλλα λόγια, η λέξη «Μακεδονία» υπήρχε μόνο στα χαρτιά, για την εξυπηρέτηση των αρχικών επεκτατικών βλέψεων του Τίτο, και οι κάτοικοι της χώρας στην πραγματικότητα αυτο- και αλληλο-αναγνωρίζονταν με κάποια άλλη εθνική ονομασία.
Γνωρίζουμε όμως όλοι, δηλαδή όλοι όσοι έχουμε πληροφορηθεί στοιχειωδώς σοβαρά για το ζήτημα, ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Επί τέσσερις και πλέον δεκαετίες, η μοναδική εθνική ταυτότητα με την οποία μεγάλωσαν και γαλουχήθηκαν γενεές ανθρώπων στη γειτονική χώρα ήταν η μακεδονική.
Η απαίτηση επομένως για πλήρη απεμπόληση του όρου «Μακεδονία» από την εθνική τους ονομασία, με μόνο επιχείρημα ότι κίνητρο για την αρχική υιοθέτηση του όρου, σε άλλες εποχές και υπό τελείως διαφορετικές γεωπολιτικές συνθήκες, ήταν οι επεκτατικές βλέψεις του τότε ηγέτη της Γιουγκοσλαβίας, είναι άδικη, αντιδημοκρατική, ανήθικη και, το κυριότερο, απολύτως, μα απολύτως αντιρεαλιστική – που σημαίνει απολύτως αυτοκαταστροφική ως προς τη θέση της Ελλάδας στο διεθνές πεδίο.
Είναι γνωστοί οι κύριοι παράγοντες που συνέβαλαν στην αυτοκαταστροφική αδιαλλαξία της Ελλάδας κατά τις αρχές της δεκαετίας του 1990: ο απολύτως αδίστακτος πολιτικός καιροσκοπισμός του τότε υπουργού Εξωτερικών Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος λειτούργησε σε αγαστή συνέργεια με τα νεοσύστατα τότε ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια, που με τη σειρά τους βρήκαν χρυσή ευκαιρία να εγκαθιδρύσουν την επικοινωνιακή τους ηγεμονία πλειοδοτώντας στον υπερπατριωτισμό.
Οχι ότι το υπόλοιπο προσωπικό των πολιτικών κομμάτων είναι άμοιρο ευθυνών (της Αριστεράς –φευ!- συμπεριλαμβανομένης), αλλά μπορούμε να πούμε ότι σε μεγάλο βαθμό συμπαρασύρθηκε από ένα άκρως αδιάλλακτο ιδεολογικό κλίμα που είχε ήδη διαμορφωθεί στον πολύ κόσμο από τους παράγοντες που προαναφέρθηκαν. Και πώς λοιπόν πείστηκε ο πολύς κόσμος για μια θέση που καλώς εχόντων των πραγμάτων μόνο ακροδεξιοί θα μπορούσαν να υποστηρίξουν;
Από ένα προπαγανδιστικό τέχνασμα που χωρίς υπερβολή θα λέγαμε πως ίσως είναι το πιο επιτυχημένο στην ιστορία της προπαγάνδας. Η γειτονική χώρα βαφτίστηκε με το ζόρι από την ελληνική πλευρά με ένα όνομα που ποτέ της δεν είχε: «Σκόπια». Ο πολύς κόσμος όντως πίστεψε πως αυτό είναι το πραγματικό της όνομα. Διαγενεακά κιόλας. Οι φοιτητές μου ακόμα και σήμερα με κοιτάζουν περίεργα όταν τους εξηγώ πως το να λες «Σκόπια» εννοώντας εκείνη τη χώρα είναι ΑΚΡΙΒΩΣ το ίδιο με το να λες «Αθήνα» εννοώντας «Ελλάδα».
Από εκεί ξεκινάνε όλα. Και η διεθνής απομόνωση της Ελλάδας («μας λένε ηλίθιους και γελοίους», μου είχε εκμυστηρευτεί τον Σεπτέμβριο του 1992 διαπρεπής συνάδελφος διεθνολόγος επιστρέφοντας από διεθνές επιστημονικό συνέδριο), και η ενίσχυση των εθνικιστικών τάσεων της άλλης πλευράς (απολύτως αναμενόμενη), και η απόλυτη αποτυχία των ελληνικών προσπαθειών που έφεραν το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα (σκέτα Μακεδονία τη λένε όλοι εκτός από τους Ελληνες).
Το χειρότερο όμως είναι ότι μετά από 27 χρόνια δεν έχουμε βάλει μυαλό. Ακόμη και τώρα, που με 27 χρόνια καθυστέρηση μέρος έστω της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας υιοθετεί τη μόνη σωστή θέση, ήτοι την αποδοχή της ονομασίας «Μακεδονία» με κάποιον προσδιορισμό, μέχρι και η δημόσια τηλεόραση «Σκοπιανό» το ανεβάζει, «ονομασία των Σκοπίων» το κατεβάζει. Αναπαράγοντας έτσι την άγνοια του κόσμου, επί της οποίας Καμμένοι και Ιερώνυμοι βρίσκουν και τα κάνουν.


* καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

"Ερίδματοι φίλοι μου…" γράφει η Μαργαρίτα Ικαρίου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 16.01.2018)

...........................................................


Ερίδματοι φίλοι μου…


Ως πότε θα μας ξελασπώνουν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι και η ελληνική γλώσσα; Κουβαλάμε μια μακραίωνη ιστορική διαδρομή κι έναν πολιτισμό με τον ίδιο τρόπο που σήκωναν παλιά τις βαλίτσες οι αχθοφόροι. Ως φόρτωμα κι ως αγγαρεία. Ενίοτε και ως μέσο επίδειξης, με όποια ορθογραφία κι αν επιλέξετε τη λέξη…
Η προγιαγιά μου, είχε ως αγαπημένη φράση απαξίωσης εκείνη τη ρήση για τα μεταξωτά βρακιά. Ο παππούς, ως λανθάνων Φωτόπουλος σε ασπρόμαυρη ελληνική ταινία (το δίκανοοοο), μιλούσε για χοντρό αλάτι και μπαλωθιές σε πολιτικά οπίσθια. Αυτήν την όπισθεν πλευρά στον καθρέφτη του πολιτικού βίου της χώρας ατενίζουμε επί δεκαετίες, ψάχνοντας να  βρούμε αντανακλάσεις φωτός κι όχι έκδηλα είδωλα. Εις μάτην.
Ο τόπος μας είναι μια ανοιχτή θάλασσα πνεύματος και τέχνης, πολιτισμού και παιδείας. Μα, σώνει και καλά, τον εγκιβωτίσαμε σε μια γυάλα για χρυσόψαρα-σαν το τραγουδάκι του Τζίμη Πανούση: «…είμαστε οι δύο μας, στο ενυδρείο μας, αλλοπαρμένοι…».
Χτυπάμε στο μίξερ της τηλοψίας αχταρμά το αρχαίο με τη μεταμοντέρνα αριστερά, το εθνικιστικό με την μονίμως παρωχημένη νεοφιλελεύθερη τάση, το ακρογωνιαίο με το μεταχρονολογημένα φασιστίζων, το ψευδοεπικό με τον γιαλαντζί στόμφο και τα σερβίρουμε σε ψηλό ποτήρι τηλεθέασης με μια κοινή γνώμη πιο κοινή κι από κυνική πόρνη.
Θόρυβος ή ανία. Δηκτικός λόγος ή δεκτικός πόθος. Εξουσία ή αμνησία. Ανάξιες αξίες. Ικεσίες σε ηγεσίες. Θράσος και κομπάρσος. Κομπασμοί και κορδακισμοί. Εσμοί… 
Ζώντας στη χώρα που ανθεί φαιδρά πορτοκαλέα και ακόμη φαιδρότεροι υπουργίσκοι, "τα ευσεβή και σεβάσμια καθάρματα" του Αναγνωστάκη, αφού κυλίστηκαν στο εμποριό και στο ξύγκι, στο λίπος και τη λήθη της πρότερης πορείας τους, έρχονται να πρυτανεύσουν με αδόκιμους εξυπνακισμούς και ρητορείες πασπαλισμένες με λέξεις λόγιες και δόλιες στη ρηχότητα μιας εποχής που θυμίζει τον γεμάτο κηλίδες παλιό μπιντέ… 
Αίφνης, εάν με οίηση θεωρείς εαυτόν «βαρύποτμο» και «βαρυαχή», μπορείς να απεμπολείς κυριαρχικά δικαιώματα, να υποτιμάς τη νοημοσύνη των πολιτών, να ασεβείς στους δημοκρατικούς θεσμούς, να λοιδωρείς αρχαϊστί τους αντιπάλους, να προβαίνεις σε εξυβρίσεις προσώπων και κοινωνικών ομάδων, να χαρακτηρίζεις "πορνική" στο σύνολό της τη νέα γενιά, προτρέποντάς την να οδεύει άλλες ώρες –πλην των σχολικοεκδρομικών- στα μπορντέλα. Να μη διστάζεις καν να πεις πως στα τόσα της νησιά η Ελλάδα δεν θα πάθει και κάτι τις, εάν χάσει μερικά. Να θωπεύεις μια θητεία που έχει ξεμανταλώσει την έννοια του Πανεπιστημίου κι έχει κάνει το δάσκαλο μουρτζούφλη διαχειριστή της διδακτέας ύλης.
Να περιγράφεις τα μέζεα του στεατοπυγικού σου συστήματος, να οριοθετείς ποιος σε αυτά θα υποκλιθεί και παρά ταύτα, να μένεις στο απυρόβλητο. Και να αυτοξηλώνεσαι γιατί έθιξες οπαδομάνι και τη στρογγυλή θεά. Οποία φαιδρότης.
Αποκαλυπτική του σαθρού, η στερεότης. 
Ο στερημένος κατοχικά ή εμφυλιοπολεμικά γονιός, ο της γενιάς των Λαμπράκηδων και του 1-1-4 γονιός, μεγάλωνε τα παιδιά του με την επωδό «μάθε παιδί μου, γράμματα». Θεωρώντας πως έτσι, όχι μόνο διασφαλιζόταν η επαγγελματική πορεία και οικονομική ευρωστία, αλλά και το «απελέκητο ξύλο» θα είχε έτσι υποστεί μια επεξεργασία νοητική και συμπεριφορική.
Όπως καταδεικνύεται, η παιδεία δεν είναι υπόθεση αντιληπτικού επιπέδου και γνωστικού αντικειμένου. Ούτε σοβαροφανής κουτοπονηριά και λεξιγνωστική έπαρση εκείνων που σε έδρανα αγορεύουν, με συμπεριφορά αγοραία. "Σε εκείνον που έχει κακή αγωγή, το θάρρος γίνεται θράσος, η σοφία σχολαστικότητα, η ευφυΐα κοροϊδία, η απλότητα βαναυσότητα…» έλεγε ο Βρετανός φιλόσοφος Τζον Λοκ.
Μα, όπως θα έλεγε καλύτερα ο Οδυσσέας Ελύτης, «και που αγγιχτήκανε οι μουτζούρες με τα χρυσά νομίσματα…». Και θα θελα, να' χαμε όλοι παραιτηθεί από τη μνημονιακή παραίτηση κι από την παραίσθηση πως όλα θα αλλάξουν χωρίς να κουνηθούμε ρούπι από τον καναπέ…
Ερίδματοι  φίλοι και σύντροφοι, 
υποβάλλω σήμερα την από την θέση του πολίτη, καθημένου επί του καναπέως,  παραίτησίν μου. Θεωρώ πως τούτο διευκολύνει ως εικός την άρνησίν μου στην υποδούλωση της πατρίδος και, συνάμφω το ιδεολογικό μου αυτεξούσιον.
Μετά της προσηκούσης τιμής (επιβάλλετε παρακαλώ τον δέοντα φορολογικόν συντελεστήν)
Ανώνυμος τις Έλλην 

«Από την ανάποδη» - ένα παραμύθι του Φίλιππου Δ. Δρακονταειδή (από την Εταιρεία των Συγγραφέων και την «Εφημερίδα των Συντακτών», 2017)

............................................................
 



·       «Από την ανάποδη»














ένα παραμύθι του Φίλιππου Δ. Δρακονταειδή (από την Εταιρεία των Συγγραφέων και την «Εφημερίδα των Συντακτών», 2017)







   Μια φορά κι έναν καιρό, τα ρούχα γύρισαν από την ανάποδη και έμειναν έτσι: οι γυναίκες έβαζαν τα νυχτικά πάνω από το φόρεμα και τον χειμώνα, φορούσαν το παλτό από μέσα και το κομπιναιζόν απ’ έξω. Ακόμα περισσότερο, οι μπλούζες ήταν ανάποδα, το κάτω μέρος με τα μανίκια περασμένα στα πόδια, το πάνω μέρος σουφρωμένο στο στήθος. Το παλτό φορεμένο με τη φόδρα και τις βάτες απ’ έξω, τα λουλουδάκια στο κομπιναιζόν ήταν γαρνιτούρα στον λαιμό και οι λουλουδάτες τιράντες δενόταν στη μέση δεσποινίδων και κυριών. Το ίδιο συνέβαινε στα αντρικά ρούχα: το σώβρακο πάνω από το παντελόνι, το πουκάμισο πάνω από το σακάκι. Ορισμένοι περπατούσαν με τις κάλτσες πάνω από τα παπούτσια και με το παπιγιόν δεμένο στο αριστερό γόνατο, επειδή και η καρδιά είναι αριστερά. Συζήτηση γινόταν να μη γυριστούν ανάποδα τα ρουχαλάκια των μωρών, οι πάνες των νηπίων, αλλά και τα κρεβάτια αγοριών και κοριτσιών, ώστε τα σεντόνια να είναι στο πάτωμα και να σκεπάζονται τα παιδιά με το στρώμα.
   Με λίγα λόγια, ο κόσμος από την ανάποδη. Ένας κόσμος που είχε έρθει στην ώρα του, μια συνήθεια που δεν προκαλούσε έκπληξη· πρόοδος. Δεν υπήρχε άνθρωπος που να μη φώναζε σε άγνωστους και φίλους «είσαι καλά έτσι!» και να μην άκουγε αυτές τις λέξεις να επιστρέφουν με τον ίδιο ήχο στα αυτιά του, επειδή κάθε άγνωστος και φίλος έλεγε, σε όποιον έβλεπε, «είσαι καλά έτσι!». Υπήρξαν συνεπώς κατά συρροή γνωριμίες, συναντήσεις, ανταλλαγές ασπασμών, χειραψίες, προσκλήσεις σε γεύμα, περίπατοι, χοροεσπερίδες και λογιών υπαίθριες εκδηλώσεις στο φως της ημέρας, υπό το σεληνόφως, υπό το φως των κεριών και λαμπάδων, όταν το φεγγάρι βρισκόταν στη χάση του και όταν γίνονταν διακοπές ηλεκτρικού λόγω της τάσης του δικτύου να πάει ανάποδα προς επιβεβαίωση του κανόνα ότι όταν κάτι πάει ανάποδα, όλα θα πάνε ανάποδα ως το τέλος.
   Δεν ξέρουμε αν γνώριζε αυτόν τον κανόνα ο μικρός λύκος εκεί μακριά που ζούσε. Υποθέτουμε ότι δεν τον γνώριζε. Αν τον γνώριζε, είναι λογικό ότι δεν θα έδινε σημασία: δεν γίνεται να βγάλεις το τομάρι σου και να φορέσεις το μέσα έξω. Ο κόσμος του μικρού λύκου ήταν λοιπόν όπως τον είχε μάθει: δεν είχε ανάποδη. Έτσι, ήταν λυπημένος, επειδή η γιαγιά του είχε αρρωστήσει, είχε ψηλό πυρετό, το σπίτι της ήταν στο διπλανό δάσος, και η μητέρα του τού έλεγε να βιαστεί, να πάρει στον ώμο του το σακούλι με τα φαγώσιμα και τα κινίνα να τα πάει στη γιαγιά, να μην τον βρουν το σκοτάδι και η νύχτα, ο καιρός ήταν καλός, τα πουλάκια κελαηδούσαν, η μητέρα του λύκου δεν προλάβαινε να πάει εκείνη το σακούλι με τα φαγώσιμα και τα κινίνα, κοψομεσιαζόταν εδώ και μέρες ανοίγοντας φύλλο, ψήνοντας πίτες, πλάθοντας και φουρνίζοντας καρβέλια ψωμί, σουβλίζοντας αρνιά, για να έχει φαγητό η αγέλη, να χορταίνει και να μην ορμάει στα μαντριά όπως κάνουν οι λύκοι και στα κοτέτσια όπως κάνουν οι αλεπούδες.
   Να μην τα πολυλογούμε, επειδή η ώρα περνάει και πρέπει να πούμε όλη την ιστορία πριν γυρίσει η μέρα και έρθει η νύχτα, ώστε να βλέπουμε στο φως τι λέμε, ο μικρός λύκος ξεκίνησε το πρωί με τη δροσούλα, περπατούσε στο δάσος, τραγουδώντας για να κρατάει τον ρυθμό

                                            περπατώ, περπατώ εις το δάσος
                                                    εγώ ο λύκος είμαι εδώ.

   Καρδερίνες και κοτσύφια, χελιδόνια και παπαγάλοι, χελώνες και λαγοί, κουνάβια και ασβοί, τον χαιρετούσαν στο πέρασμά του

                                             λύκε, λύκε,
                                             είσ’ εδώ.

   Να επαναλάβουμε πως ενώ τα πράγματα των ανθρώπων είχαν γυρίσει από την ανάποδη, τα πράγματα των λύκων και του δάσους είχαν μείνει ίδια και απαράλλαχτα, κάτι που έμοιαζε πια με αναποδιά. Σκέψου, λοιπόν, πως όταν ο λύκος έφτασε στο σπίτι της γιαγιάς του, άνοιξε την πόρτα και προχώρησε στο δωμάτιο, είδε πως στο κρεβάτι, γυρισμένο ανάποδα στο πάτωμα, ήταν ξαπλωμένη, πάνω σε παχύ πάπλωμα, μια πανέμορφη κοπέλα της ηλικίας του, που φορούσε από την ανάποδη κόκκινη σκουφίτσα, τυλιγμένη σε ανάποδα υφαντά πολύχρωμα σεντόνια. «Γιαγιά», είπε ο λύκος, «σου έφερα φαγώσιμα». «Έλα κοντά για να τα δω καλύτερα», είπε η κοπέλα, που ο λύκος αναγνώρισε πως ήταν η Κοκκινοσκουφίτσα. Βέβαια, δεν του περνούσε από το μυαλό πως η Κοκκινοσκουφίτσα θα πεταγόταν όρθια, θα έπεφτε πάνω του και θα τον καταβρόχθιζε, τα φαγώσιμα θα έπεφταν στο πάτωμα, γάτες και σκύλοι θα ορμούσαν να τα φάνε, τίποτα δεν περίσσεψε ούτε από τον λύκο ούτε από τα φαγώσιμα. Όσο για τα κινίνα, όσα ποντίκια είχαν πυρετό τα μασούλισαν και βρήκαν την υγειά τους. Ούτε βρέθηκε κυνηγός που, ακούγοντας τις φωνές και τις ικεσίες του λύκου, θα έτρεχε στο σπίτι, θα προλάβαινε να ανοίξει την κοιλιά της Κοκκινοσκουφίτσας και να βγάλει από μέσα τον τρομαγμένο λύκο, ζωντανό ακόμα.
   Και πέρασαν καιροί και χρόνια, κανείς δεν αναρωτήθηκε τότε, ούτε αναρωτιέται πια στα χρόνια μας, γιατί η κοιλιά της Κοκκινοσκουφίτσας ήταν και είναι πρησμένη, γιατί ο λύκος δεν έχει γυρίσει στη μητέρα του, γιατί οι λύκοι βγάζουν φωνές σαν να κλαίνε.
   Σε έναν κόσμο γυρισμένο από την ανάποδη, δεν περνάει από το μυαλό το ίσιο.

                                       
                                   ΦΙΛΙΠΠΟΣ Δ. ΔΡΑΚΟΝΤΑΕΙΔΗΣ


  

Δευτέρα, 15 Ιανουαρίου 2018

"Ωραία φωτογραφία. Αθήνα 15/1/2018..." Από τη φίλη στο fb Sofia Lampiki (facebook, 15/1/2018)

..............................................................


Ωραία φωτογραφία. Αθήνα 15/1/2018...

       "Εικαστική παρέμβαση στα ΜΑΤ", ο τίτλος της...



"Με αφορμή το θάνατο του Τζίμη Πανούση" γράφει ο Βλάσης Αγτζίδης (tvxs.gr, 15 Ιαν. 2018)

.............................................................



Με αφορμή το θάνατο του Τζίμη Πανούση 


 

Με αφορμή το θάνατο του Τζίμη Πανούση


Ένας από τους πλέον αιρετικούς και αντισυμβατικούς τραγουδιστές της μεταπολιτευτικής γενιάς -που με το λόγο του ενόχλησε πολλούς- έφυγε στα 64 χρόνια του.
Για να καταλάβει κανείς την κοσμοθεωρία του θα έπρεπε να ξέρει ότι γεννήθηκε στα περί τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας προσφυγικά, ως δεύτερη γενιά προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής. Ο ίδιος είπε γι αυτή την καταγωγή:
"Η οικογένειά μου έχει καταγωγή από τη Μικρά Ασία και μεγάλωσα με μια γιαγιά που έλεγε συνέχεια ιστορίες για το Αϊβαλί. Για το πώς ζούσαν, τα τραγούδια, το θέατρο, την όπερα. Μεγάλωσα με τον καημό της γιαγιάς αλλά, όταν θέλησα να την πάω στην πατρίδα να δει το σπίτι της, εκείνη δεν ήθελε. Πήγα μόνος μου, αλλά δεν μπόρεσα να βρω το σπίτι. Έμαθα πολλά από τη γιαγιά μου κι ας μην ήθελε να μου μάθει να λέω τα χαρτιά και τον καφέ. Στα προσφυγικά στους Αμπελόκηπους που μέναμε μαζευόταν η γειτονιά για να τους πει τον καφέ και τα χαρτιά κι εγώ, ζουζούνι, χωνόμουν από κοντά."
Η οικογένειά του όπως και όλες οι οικογένειες των Μικρασιατών προσφύγων της Αθήνας και του Πειραιά πήραν μέρος στην Εθνική Αντίσταση, προσχώρησαν στην Αριστερά... Ένα μεγάλο μέρος από αυτούς βίωσε τραυματικά τα γεγονότα που ακολούθησαν την Κατοχή: την ήττα, τη μεταπολεμική κυριαρχία των δωσιλόγων και την προδοσία του ΚΚΕ.
Αυτά τα συναισθήματα εκείνης της γενιάς εξέφρασε ο Πανούσης με τον αιρετικό του λόγο.... Την κριτική προς την γραφειοκρατικοποίηση του εργατικού κινήματος και τη δημιουργία μιας αριστεράς-μαριονέττας την αποτύπωσε με εξαιρετικό τρόπο στο τραγούδι του "Η κατιούσα του ΚΚΕ". Οι στίχοι του αναδεικνύουν το αιρετικο πνεύμα που χαρακτήρισε τον Πανούση:






"Αριστεριτζηδες πυροσβεστες
εργατοπατερες του λαου
λοβοτομημενες μαριονετες
του υπαρκτου του σουρεαλισμου

Απ' του Αρη τα ενδοξα τα χρονια
στους χιλιαστες του Περισσου
με τις ξυλινες καταγγελιες
του κοινοβουλιου η μαιμου

με τις κρατικες επιδοτησεις
τους μισθους ντροπης των βουλευτων
πλαι πλαι μαζι με χρυσαυγιτες
ορντινατσα των καπιταλιστων

Απ' της Βαρκιζας την κωλοτουμπα
που εδωσε τα οπλα στα σκυλια
οι σφραγιδοκρατες νταβατζηδες
κοροιδευουνε την εργατια


Παράλληλα εξέφρασε και έναν σεβασμό προς μορφές έκφρασης που στις αριστερές οικογένειες περιφρονήθηκαν. Σε μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις είπε:
“Θρησκεία δεν έχω, δεν μπορώ να έχω σχέση με αυτά. Τα χριστιανικά μυστήρια όμως τα σέβομαι, όπως σέβομαι και τα βουδιστικά κ.ο.κ. Έχω πάει σε τζαμιά με φίλους, έχω βγάλει τα παπούτσια μου. Σέβομαι τον άνθρωπο που πεθαίνει γι' αυτό. Το μεταφυσικό έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Και ένα λάθος που κάνουμε πολλοί -κι εγώ το έχω κάνει- είναι ότι απομακρύνουμε τα παιδιά μας απ' αυτό. Το μεταφυσικό πρέπει να είναι στη ζωή μας. Όχι ως το κατεστημένο του να πηγαίνεις εκκλησία, αλλά ξέρεις πόσο σημαντικό είναι να ανάβεις ένα κεράκι; Εγώ δεν το κάνω γιατί έχω κόμπλεξ και γιατί μεγάλωσα σε μια αριστερή οικογένεια που έβγαζε φλύκταινες μ' αυτά. Μετά την απομάκρυνση απ' το μεταφυσικό ταμείο, ουδέν πάθος αναγνωρίζεται και το εννοώ. Δεν ήταν μαλάκας ο Ηράκλειτος, ο μεγαλύτερος επιστήμονας που βγήκε ποτέ, ο οποίος έκανε θυσίες στο Δία. Κάτι ήξεραν οι Αρχαίοι. Ήταν μύστες των Ελευσινίων μυστηρίων και έπαιρναν LSD πριν μπούνε μέσα. Πώς να στο πω; Θέλει μια οργάνωση το μεταφυσικό και να μπει στη ζωή μας. Και τα ναρκωτικά να μπουν όπως στην αρχαιότητα”.
Για τα ναρκωτικά είπε τα εξής:
“Τα ναρκωτικά είναι στη ζωή μας με τρόπο παράλογο και του συστήματος. Ειδικά αυτή η κατουρημένη φούντα, δήθεν φυσικό προϊόν με εντομοκτόνα και αμμωνίες μέσα, που μπορούν να σε σκοτώσουν, έχει αποχαυνώσει σε μεγάλο βαθμό τα παιδιά. Λίγο φουντίτσα, λίγο μαλακία, 300 ευρώ μισθός, τελειώσαμε. Τα κορίτσια με τα οποία συζητάω έχουν παράπονο από τα αγόρια δεν προχωράνε. Τους έχει φάει η τσόντα και το κινητό. Ε δεν είναι ζωή αυτή. Δεν είναι τυχαίο που το ίντερνετ είναι ανακάλυψη του αμερικάνικου πενταγώνου. Είναι μια μούφα ότι τα κοινωνικά δίκτυα τάχα μου κάνουν την επανάσταση. Την είδαμε στην Αίγυπτο την επανάσταση”.

"Πόθοι κρυφοί ελληνικοί..." ή "Νεοέλληνες..." Το σχόλιο της ημέρας με το πενάκι του Γιάννη Δερμεντζόγλου. (tvxs.gr, 15/1/2018)


...............................................................


              Πόθοι κρυφοί ελληνικοί...


                                    ή Νεοέλληνες...  


Το σχόλιο της ημέρας με το πενάκι του Γιάννη Δερμεντζόγλου. (tvxs.gr, 15/1/2018)





Ο Γιάννης Ιωάννου αποχαιρετά τον Τζιμάκο... Από τον φίλο στο fb Stavros Fatouros (facebook, 15/1/2018)

...........................................................



Ο Γιάννης Ιωάννου αποχαιρετά τον Τζιμάκο... 





Κυριακή, 14 Ιανουαρίου 2018

Giovanni Battista Cirri Complete Cello Concertos (youtube, 17/12/2012)

.............................................................


Giovanni Battista Cirri Complete Cello Concertos

(youtube, 17/12/2012)








Disc: 1 

1. Cello Concerto No. 1 in A major, Op. 14/1: 1. Allegro maestoso 
2. Cello Concerto No. 1 in A major, Op. 14/1: 2. Adagio cantabile 
3. Cello Concerto No. 1 in A major, Op. 14/1: 3. Tempo di Minuetto 
4. Cello Concerto No. 2 in G major, Op. 14/2: 1. Allegro spirituoso 
5. Cello Concerto No. 2 in G major, Op. 14/2: 2. Largo assai 
6. Cello Concerto No. 2 in G major, Op. 14/2: 3. Rondo. Allegro 
7. Cello Concerto No. 3 in D major, Op. 14/3: 1. Allegro con Spirito 
8. Cello Concerto No. 3 in D major, Op. 14/3: 2. Adagio 
9. Cello Concerto No. 3 in D major, Op. 14/3: 3. Allegretto 

Disc: 2 

1. Cello Concerto No. 4 in B flat major, Op. 14/4: 1. Allegro 
2. Cello Concerto No. 4 in B flat major, Op. 14/4: 2. Adagio molto 
3. Cello Concerto No. 4 in B flat major, Op. 14/4: 3. Allegretto 
4. Cello Concerto No. 5 in F major, Op. 14/5: 1. Allegro moderato 
5. Cello Concerto No. 5 in F major, Op. 14/5: 2. Andante cantabile 
6. Cello Concerto No. 5 in F major, Op. 14/5: 3. Allegro 
7. Cello Concerto No. 6 in C major, Op. 14/6: 1. Allegro spirituoso 
8. Cello Concerto No. 6 in C major, Op. 14/6: 2. Larghetto 
9. Cello Concerto No. 6 in C major, Op. 14/6: 3. Rondo. Allegretto

Σάββατο, 13 Ιανουαρίου 2018

"Ο Πετράκης και ο Πολάκης" γράφει ο Τάσος Τσακίρογλου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 13.01.2018)

..............................................................
 

Ο Πετράκης και ο Πολάκης


 
Ο πολιτικός πολιτισμός στα 
καλύτερά του με αφορμή το 
ενδεχόμενο κλείσιμο του Mega
 
 
 γράφει ο Τάσος Τσακίρογλου
Τατσόπουλος εναντίον Πολάκη ή το αντίστροφο; Ο πολιτικός πολιτισμός στα καλύτερά του με αφορμή το ενδεχόμενο κλείσιμο του Mega.
To alter ego του Ψαριανού -στο πιο wannabe σοφιστικέ- Πέτρος, ξεσπάθωσε υπέρ (ιδιωτικών) βωμών και εστιών, απαξιώνοντας ταυτόχρονα τη δημόσια τηλεόραση.
Τάδε έφη ο Άι Γιώργης κατά του Δράκου του Λαϊκισμού Πέτρος: «Αυτός ο μ@λ@κ@ς πανηγυρίζει επειδή κλείνει το πρώτο σε τηλεθέαση κανάλι εθνικής εμβέλειας, ενώ παραμένει ανοιχτό, με τα δικά μας λεφτά, το τελευταίο σε τηλεθέαση κανάλι εθνικής εμβέλειας. Αυτός ο μ@λ@κ@ς πανηγυρίζει δικαίως, διότι δεν είναι κανένα ανώνυμο χολερικό τρολ, αλλά επώνυμος υπουργός της πιο άθλιας μεταπολιτευτικής κυβέρνησης. Η ντροπή δεν είναι δική του. Η ντροπή είναι δική μας.»
Και σε δεύτερη ανάρτησή του στο Facebook θύμισε το πρόβλημα της αναγνωστικής συμπεριφοράς των Ελλήνων, «σύμφωνα με την οποία ο ένας στους δύο ενηλίκους Έλληνες δεν διαβάζει ΚΑΝΕΝΑ βιβλίο στη ζωή του. Το υψηλότερο ποσοστό σε όλη την Ευρώπη, Δυτική και Ανατολική, καθώς κι ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στον κόσμο, τουλάχιστον σε χώρες όπου δεν κυριαρχεί ο αναλφαβητισμός. Απλή στατιστική; Όχι. Ο Πολάκης, οι μαντινάδες του και οι αμοιβάδες που τον επικροτούν. Η εθνική μας κατάντια. Καληνύχτα».

Το-αγλάισμα-της διανόησης-Πέτρος με την παρουσία μαϊντανού σε τηλεοράσεις, κανάλια και εφημερίδες θεωρεί ότι συμβάλλει στην ανάπτυξη του πολιτιστικού επιπέδου των Ελλήνων;
Αφού «κόσμησε» τη Βουλή με τη συγκλονιστική παρουσία του, αφού πρωταγωνίστησε σε σταλινικού τύπου ραδιοφωνικές εκπομπές του ΔΟΛ με τους συμπαρουσιαστές απλούς πασαδόρους στους εξυπνακισμούς και στις πιασάρικες -πλην εύκολες- βωμολοχίες Τατσόπουλου, τώρα ο «Συγγραφέας» θέτει σαν κριτήριο πολιτισμού την τηλεθέαση και κλαίει για το φιλόξενο τηλεοπτικό βήμα που χάνεται σαν άλλη Αλεξάνδρεια.
Βέβαια, κουβέντα για τους εργαζόμενους και για την πολιτική των αφεντικών του MEGA. Κουβέντα για τα θαλασσοδάνεια, τη διαπλοκή με τις τράπεζες και την αισχρή προπαγάνδα υπέρ τού «Μένουμε Ευρώπη». Τουλάχιστον ορισμένοι (όχι οι πρωτοκλασάτοι) δημοσιογράφοι έκαναν την αυτοκριτική τους.

Από την άλλη, ο γνωστός Πολάκης. Αμετροεπής και χωρίς περίσκεψη. Όταν κλείνουν ΜΜΕ δεν είναι ώρα για πανηγυρισμούς. Ο χώρος της ενημέρωσης -με ευθύνη και της σημερινής κυβέρνησης- παραμένει προβληματικός και αυτό δεν μπορεί να το αποκρύψει κανείς.
Μια ματιά στην ΕΡΤ -ζωντανή απογοήτευση και κακέκτυπο μιας κρατικοδίαιτης και ανέμπνευστης τηλεόρασης- μπορεί να μας πείσει. Ανακυκλωμένοι άνθρωποι, παλιά φερέφωνα της διαπλοκής που βρήκαν χώρο και σήμερα στη Μεσογείων, ενημέρωση βασιλικότερη του βασιλέως και άλλα ων ουκ έστιν αριθμός αμαρτήματα.

Το πρόβλημα, κύριε Τατσόπουλε, της υπερβολής και της μπαρούφας, το πρόβλημα, υπουργέ της αμετροέπειας, της μαντινάδας και του παρορμητισμού, είναι πολύ βαθύτερο από την τύχη ενός καναλιού ή απλά της χαμηλής φιλαναγνωσίας των Ελλήνων. Είναι πολιτικό, πολιτισμικό και ιστορικό και εάν δεν το δούμε, θα συνεχίσουμε να μετατρέπουμε τον δημόσιο διάλογο και τον δημόσιο χώρο σε λασπομαχία και διαγωνισμό ανοησίας.

Η ποιότητα του πολιτικού προσωπικού, των «πνευματικών» ανθρώπων, των δημοσιολογούντων και των πάσης φύσεως «wannabes» είναι ενδεικτική της κατάστασης της κοινωνίας. Εάν θέλουμε το βλέπουμε. Εάν όχι, τότε «πάμε σαν άλλοτε».

"Πραγματικότητα: το ισχυρότερο εργαλείο" Συνδιαμόρφωση κειμένου: Γιώργος Κουτσαντώνης και Μιχάλης Θεοδοσιάδης (http://www.respublica.gr, 18/1/2018)

...............................................................


Πραγματικότητα: το ισχυρότερο εργαλείο

 


Jean-François Millet 1859 – Death and the woodcutter
Συνδιαμόρφωση κειμένου: Γιώργος Κουτσαντώνης και Μιχάλης Θεοδοσιάδης 


Ό,τι δεν κατάφερε ο Πλάτωνας με τις αντιδημοκρατικές του απόπειρες στις Συρακούσες, οι απολυταρχικοί φιλόσοφοι του 16ου και 17ου αιώνα, οι Γάλλοι θετικιστές με τις αντιλαϊκιστικές «θεωρίες του πλήθους» (crowd psychology) αλλά και ο μαρξισμός με τις εξαίσιες και απελευθερωτικές του συνταγές, φαίνεται ότι τελικά θα το καταφέρουν, σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, μέσα στον 21ο αιώνα, οι μετα-αλήθειες. Τα τελευταία χρόνια μας διδάσκουν καθημερινά ένα πικρό μάθημα: αφού φτάσαμε στο σημείο η ερμηνεία των γεγονότων να υπερβαίνει τα ίδια τα γεγονότα, η υπέρβαση του «μύθου της αντικειμενικότητας» έχει πλέον ολοκληρωθεί. Μόνο που όλη αυτή η απελευθέρωση από την αλήθεια, την αντικειμενικότητα και τον ρεαλισμό δεν είχε τα χειραφετητικά αποτελέσματα που προφήτευαν οι μεταδομιστές, μεταμοντέρνοι, μετα-θεμελιοκράτες, σχετικιστές, αντιαυταρχικοί της μπλουμσμπεριανής αριστεράς (και της προόδου), μαζί και οι φιλελευθεριακοί διανοούμενοι. Η υπόθεση ότι ο «πραγματικός κόσμος» θα γίνει «ένας ακόμη μύθος» δεν επαληθεύτηκε. Όχι μόνο δεν είδαμε απελευθέρωση από τα δεσμά του στιλ, από μια «καταπιεστική, μονολιθική και κλειστή πραγματικότητα», αλλά μπροστά στα μάτια μας ολόκληρος ο πραγματικός κόσμος καθίσταται αντικείμενο εκπόρνευσης από την ψηφιακή φρενίτιδα και την κατανάλωση χρόνου στα λεγόμενα «social media». Μέσα σε αυτούς τους εικονικούς και μή πραγματικούς χώρους ρευστοποιείται με στόχο να μπορεί να γίνει εκ’ νέου αντικείμενο προς πώληση (ξανά και τούμπαλιν). Επιπλέον, η ιδέα του «όλα είναι σχετικά» που εισήγαγε το ακαδημαϊκό ρεύμα του πολιτικού σχετικισμού δεν θα μπορούσε παρά να καταστεί και αυτή αντικείμενο εκμετάλλευσης από τον ψευτολαϊκισμό των μέσων ενημέρωσης σε ένα σύστημα που όποιος αναλάβει την εξουσία μπορεί να υποδύεται ότι θα καταφέρει να μας κάνει να πιστέψουμε οτιδήποτε και τίποτα την ίδια στιγμή. Παντού στις ειδήσεις, στα τηλεοπτικά προγράμματα και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης «δεν υπάρχουν πλέον γεγονότα, παρά μόνο ερμηνείες». Όλα λοιπόν είναι σχετικά, ανώνυμα, ανώδυνα και ρευστά, εκτός από ένα και μόνο γεγονός, το οποίο δεν δέχεται διαφορετικές ερμηνείες: ο ηγεμονικός λόγος, ο λόγος του ισχυρότερου και του πιο διάσημου που είναι πάντα ο καλύτερος και ο πιο σωστός.
Ενδεικτικά σημεία
Χαρακτηριστικό μιας εποχής που βυθίζεται μέσα στις ίδιες τις αντιφάσεις της είναι η ιλαροτραγωδία του φαινομένου Trump: θα έμοιαζε με υπεραπλούστευση να λέγαμε ότι έχουμε να κάνουμε -απλά και μόνο- με έναν «ανόητο και ξεμωραμένο νάρκισσο» που συνεχώς υπερηφανεύεται για το μεγάλο του κουμπί! Η ουσία του προβλήματος έχει βαθύτερες ρίζες, καθότι η τάση μας να αναπαράγουμε τον Τραμπικό ναρκισσισμό ενισχύει τον λουμπενοποίηση του λόγου και της πράξεως. Παρότι ο Trump αποτελεί τρανή απόδειξη τούτης της λουμπενοποίησης με παιδιάστικες δηλώσεις να δίνουν και να παίρνουν, αν την ίδια στιγμή εστιάσουμε βαθύτερα στο πρόβλημα θα δούμε ότι ο ίδιος ο ρευστός ψηφιακός κόσμος από τη μια επιτρέπει τη διάχυση ενός τέτοιου λόγου, και από την άλλη η απομάκρυνση των προτύπων, των standards, των αξιών, των νορμών και του γενικού προσανατολισμού από τον συλλογικό και ατομικό βίο, επιτρέπει την ανάδυση μιας κουλτούρας που φετιχοποιεί την μετριότητα (και όχι τη λαϊκότητα, την ευγνωμοσύνη, την αλληλεγγύη και την ηθική ευπρέπεια). Τούτη η τάση να αναπαράγουμε τέτοια κακέκτυπα αγγίζει αυτό που αποκαλούμε συμπεριφορά (behaviour) που σε αντίθεση με την πράξη (action, κατά την Hannah Arendt) δεν προϋποθέτει σκέψη, παρά μίμηση. Από την άλλη βέβαια, θα πρέπει να είναι κανείς μια άμορφη μάζα βόειου κρέατος για να πιστέψει πως αυτή η ιστορία της υποψηφιότητας της Oprah Winfrey για το 2020, αποτελεί σοβαρό πολιτικό διακύβευμα και όχι μια από τις πολλές α-νοησίες που πρέπει να υιοθετήσουμε ώστε να αισθανθούμε πως επιβεβαιώνεται η οπτιμιστική μας ουτοπία, πως είμαστε με τη σωστή πλευρά και με το καλό που θα νικήσει στο τέλος. Επιβεβαιώνεται, με άλλα λόγια η α-νοησία που χαρακτηρίζει το άλλο στρατόπεδο, αυτό που μας καλεί να ενστερνιστούμε όχι εναν λαλίστατο τιμονιέρη με πορτοκαλί μαλλί, αλλά το ανεστραμμένο του είδωλο. Βεβαίως έχουμε γνώση της δυσκολίας αυτοπεριορισμού· κατανοούμε τη μας ροπή προς τον εγωισμό, όπως θα έλεγε και ο Reinhold Niebuhr. Όμως μόνο ως βιασμό της νοημοσύνης μας μπορούμε να εκλάβουμε το γεγονός ότι άνθρωποι που αναδείχθηκαν μέσα από έναν πολιτικό χώρο που δίδασκε συνεχώς ότι «η αλήθεια είναι σχετική», ξαφνικά προωθούν τον εαυτό τους ως «λάτρεις της αλήθειας» -του «μεγαλύτερου και ισχυρότερου εργαλείου μας» (κατά τα λεγόμενα της Oprah)- που άμεσο στόχο έχουν να προστατέψουν τον Αμερικανό πολίτη «από την πανούκλα των fake news του Trump»!
Αποτελεί ή όχι το γεγονός αυτό από μόνο του δείγμα κατάπτυστου ελιτισμού; Πραγματικά, ποιός επιζητεί την προστασία των Δημοκρατικών και των χίπστερ των Ανατολικών και Δυτικών παραλιακών πόλεων από τον Trump; Η επιτομή της πολιτικής υποκρισίας διαφαίνεται από το γεγονός ότι οι ίδιοι οι άνθρωποι που εκφράστηκαν με τόσο αρνητικό τρόπο για ένα εκλογικό κοινό (που ούτε καν στην πλειοψηφία του δεν επέλεξε τον Trump), βαφτίζοντας συλλήβδην τους μισούς Αμερικανούς ως «σεξιστές» και «οπισθοδρομικούς»» (μην ξεχνάμε, βέβαια, και την περίπτωση Michael Moore, βάσει του οποίου οι λευκοί δυτικοί άνδρες δεν αποτελούν τίποτα άλλο παρά ένα συνονθύλευμα ηλίθιων) την ίδια στιγμή επιθυμούν να γίνουν σωτήρες, να μετατραπούν σε αυτό που ο George Carlin έλεγε, «the white daddy who knows better»! Αν μη τι άλλο, η λογική του «παντοδύναμου σωτήρα» και του «ανίκανου λαού να σωθεί από μόνος του» μάλλον κάποια αποικιοκρατική νοοτροπία ξεθάβει! Ας το ξεχάσουμε όμως αυτό για την ώρα… Κατά την απονομή των Golden Globe, στην ομιλία της, η Oprah Winfrey μας είπε για το Όσκαρ του Sidney Poitier το 1964. Στη συνέχεια, αφιέρωσε αρκετά λόγια στην υπεράσπιση του λατρεμένου της Τύπου και την «ακόρεστη αφοσίωσή της στην ανακάλυψη της απόλυτης αλήθειας». Ιδού λοιπόν η θαρραλέα «αντίσταση» στον «ολοκληρωτικό Τραμπισμό», μεταφερόμενη αυτούσια μέσα από την κωμικότητα που διακατέχει μερικές βαρύγδουπες δηλώσεις, οι οποίες καταλήγουν σε γενικές και αόριστες καταγγελίες εναντίον της βίας των γυναικών (βεβαίως, όχι των γυναικών που ζουν στα γκέτο, στο flyover country και στις αποβιομηχανοποιημένες ζώνες αλλά στον «πρώτο κόσμο» της Αμερικής, στον κόσμο του star system, στις βιτρίνες της Νέας Υόρκης και τη Βοστώνης και στις παραλίες του Los Angeles). Ας πάει, βέβαια, στα κομμάτια η έλλειψη επαφής των Δημοκρατικών με τον απλό κόσμο που τόσο έντονα καυτηριάζει ο Thomas Frank και ας πούμε πως «όλα όσα μας είπε η Oprah είναι καλά και άγια». Συνιστούν, ωστόσο, όλα αυτά κάποια καίρια πολιτική πρόταση; Ενδεχομένως αργά ή γρήγορα κάποιος θα κάνει και τη σύγκριση μεταξύ Oprah Winfrey και Ronald Reagan. Γιατί όχι; Μήπως δεν υπήρξε ηθοποιός και ο Reagan πριν προβληθεί στο Αμερικανικό κοινό για την «κούρσα στην κορυφή», παριστάνοντας μάλιστα δύο φορές τον κυβερνήτη της California. Ασφαλώς για τις show business και τις ελίτ του Καλιφορνισμού, η Oprah είναι μια ιδιαίτερα έξυπνη γυναίκα· σίγουρα πολύ πιο έξυπνη από τον Reagan -ενδεχομένως και από τον Trump). Επομένως αν και όλοι γνωρίζουν ότι η Oprah Winfrey δεν κατέχει την πολιτική, αυτό δεν αποτελεί καν πρόβλημα, αφού ήδη για πολλούς αρκούν μερικές συνεδρίες με τον Joe Biden.
Η αιτία που μας ωθεί να ισχυριστούμε ότι η Oprah δεν είναι πρόσωπο που κατέχει την πολιτική, βασίζεται όχι στην αντίληψη ότι η πολιτική είναι συνώνυμη με τη ειδική γνώση, αλλά στο γεγονός ότι η συγκεκριμένη παρουσιάστρια δεν έχει, έστω και μια φορά, συμμετάσχει σε μια συνέλευση/συνεύρεση με ανθρώπους σε υποβαθμισμένες γειτονιές. Αν και θα μπορούσαμε να δεχτούμε ότι είναι άκρως επιδεκτική μαθήσεως, η αλήθεια είναι η ίδια εμπίπτει στην κατηγορία όλων αυτών των πολιτικών που δεν έχουν -και προφανώς δεν θέλουν να έχουν- επαφή με καμία κοινωνική ομάδα εκτός του αστραφτερού σύμπαντος των διασημοτήτων. Πέρα τούτου όμως, το πραγματικό δράμα βρίσκεται στην κυρίαρχη συλλογική τάση να συγχέονται οι επιθυμίες με την πραγματικότητα, να επεμβαίνει η βούληση -δηλαδή οι εγωιστικές παρορμήσεις- στην κρίση. Αναφερόμαστε, κυρίως, στις μόδες των επαναστάσεων, των «ιπποτών κοινωνικής δικαιοσύνης» και στις φιλοσοφικές φλυαρίες Oprah-ικού τύπου η οποία συνεχώς επικαλείται, και διεγείρει τεχνηέντως, συναισθήματα, μπας και κυλήσει και κανένα τηλεοπτικό δάκρυ. Αναφερόμαστε σε όλες αυτές τις τάσεις των όμορφων, των κουλ, των καλογυαλισμένων και πολιτικά ορθών διάσημων προσώπων του star system, της «πεφωτισμένης» και «πολιτισμένης μειοψηφίας» που μετατρέπεται, ανά τον κόσμο, σε παραδείγματα ιδιαίτερου και αξιέπαινου «πολιτικού» στιλ. Επιστρέφοντας στην πραγματικότητα ας θυμηθούμε πως σύσσωμο το Χόλιγουντ τάχθηκε στο πλευρό της Hillary Clinton (παρότι η υπόθεση Clinton Foundation διερευνάται από το FBI, γεγονός για το οποίο δεν θα δημοσιευτούν χιλιάδες άρθρα). Όμως παρά τη στήριξη αυτή η νίκη της Hillary Clinton ήταν τόσο ισχνή που μάλιστα δεν της επέτρεψε να βρεθεί στο τιμόνι της εξουσίας. Κάτι τέτοιο φανερώνει ότι ένα τεράστιο τμήμα της Αμερικανικής κοινωνίας (παρότι μή πλειοψηφικό) είχε μπουχτίσει με τα γυαλιστερά πολιτικά μοντέλα, φορτωμένα με ποικίλες ιδεολογικές λειτουργίες κοινωνικού ελέγχου, κεντρικού κοινωνικού σχεδιασμού (με την έγκριση και τη βούλα των «ειδικών») και διατήρησης ενός status quo που μιλά στον εαυτό του (echo chamber). Επιπλέον ας θυμηθούμε ότι κανείς δεν διερωτάται σήμερα για το σκάνδαλο στο οποίο επίσης βασίστηκε η Η. Clinton για την εκλογή της, δηλαδή εκείνο της βιομηχανίας της πληροφορικής: τους υπέροχους της Silicon Valley με άλλα λόγια.
Άλλωστε ενδεικτικό της πολιτικής παρακμής του (δεξιού και αριστερού) φιλελεύθερου χώρου είναι το γεγονός ότι βιβλία όπως το «Fire and Fury: inside the Trump White House» που εμπεριέχουν βουνά χυδαίων κουτσομπολιών, και ανούσιες ιστορίες τύπου reality show, αποτελούν πλέον τη μοναδική αντιπολίτευση σε μια ανίσχυρη κυβέρνηση. Με άλλα λόγια, το γεγονός και μόνο ότι ο αντιπολιτευτικός λόγος κατακλύζεται από ειδήσεις που θυμίζουν κιτρινισμένες φυλλάδες και όχι με βάσιμες αντιπροτάσεις, αποτελεί τεκμήριο της παρακμής του στρατοπέδου των αντι-Τραμπιστών, επισφραγίζοντας στην τελική τη νίκη του Trump. Διότι ένας τέτοιος κακής ποιότητας και ευτελής λόγος φανερώνει πλήρη ανικανότητα ανατροπής ενός ήδη αδύναμου αντιπάλου, μιας κυβέρνησης που δεν φαίνεται να είναι και τόσο ισχυρή (τουλάχιστον όχι όσο η ίδια υπαινίσσεται). Υποδεικνύει, βέβαια, πως τούτος ο αντίπαλος έχει ήδη κερδίσει κατά κράτος, διότι επεδίωξε να πετύχει αυτό που εξ’ αρχής (άμεσα ή έμμεσα) στόχευε: να υποβιβάσει τον λόγο σε ένα μέσο ανίκανο να παράξει πολιτικό έργο, όπως είχε ειπωθεί και παλαιότερα. Βέβαια κάτι τέτοιο δεν επιτυγχάνεται μονάχα με δηλώσεις τσογλανίστικου χαρακτήρα, πως η Αϊτή και συγκεκριμένα κράτη της Αφρικής είναι «χώρες υπόνομοι». Το γεγονός ότι παρόμοια σχόλια είχαν γίνει εξίσου και από φιλελεύθερους πολιτικούς -όπως για παράδειγμα, ότι οι χώρες του νότου ξόδεψαν όλα τους τα οικονομικά αποθέματα σε ποτά και γυναίκες (όπως είχε ισχυριστεί και μια αδελφή ψυχή)– οδηγεί ακριβώς στο ίδιο αποτέλεσμα. Πολύ περισσότερο συμβάλλουν οι δηλώσεις, όπως αυτές του πρώην πρωθυπουργού της Βρετανίας, Tony Blair, περί μετάνοιας για τη συμμετοχή του στον Πόλεμο στο Ιράκ, δηλώσεις που αφήνουν να εννοηθεί πως το παιχνίδι έχει εκφυλιστεί και δεν υπάρχει πλέον κανένα κίνητρο να ασχοληθεί κανείς με την πολιτική όντας βουτηγμένη στο βούρκο της υποκρισίας (πέρα από το προσωπικό όφελος).
Στον κόσμο της μετα-αλήθειας και της υποκρισίας η πολιτική ουσία του Γιατί συμβαίνει κάτι δεν έχει πλέον καμία σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι οι μανίες καταδίωξης του Προέδρου που δεν θέλει κανέναν να αγγίζει την οδοντόβουρτσά του γιατί φοβάται ότι θα τον δηλητηριάσουν (και για αυτό πηγαίνει συχνά στα McDonald’s). Το πολιτικό ενδιαφέρον του μέσου Αμερικανού εστιάζεται στο ότι η Πρώτη Κυρία, κοιμάται σε ξεχωριστά κρεβάτια, ενώ ο Πρόεδρος αρέσκεται να πηγαίνει με τις γυναίκες των φίλων της, ή να ακριβοπληρώνει πορνοστάρ. Η διάγνωση ολοκληρώθηκε: πρόκειται για έναν νάρκισσο και μανιακό, για έναν άνθρωπο που θα κάνει οτιδήποτε προκειμένου να τραβήξει τα φώτα της δημοσιότητας (και όπως φαίνεται το πετυχαίνει δίχως ιδιαίτερο κόπο έχοντας βρει το κατάλληλο έδαφος, την φιλελεύθερη υστερία περί «επερχόμενου ολοκληρωτισμού»).
Θεωρητικοί συλλογισμοί
«Ο Diego Marconi χαρακτήρισε την αντιπαράθεση ανάμεσα στους ρεαλιστές και τους αντιρεαλιστές ως μια σύγκρουση ανάμεσα σε δύο διαισθήσεις. Η πρώτη, η ρεαλιστική, πιστεύει ότι υπάρχουν πράγματα (για παράδειγμα βουνά με ύψος πάνω από 4000 μέτρα στη Σελήνη) που δεν εξαρτώνται από τα εννοιολογικά μας συστήματα. Η δεύτερη (την οποία ο Marconi ονομάζει «ερμηνευτική» ή «καντιανή») θεωρεί ότι το γεγονός των βουνών στη Σελήνη, με ύψος 4000 μέτρα, δεν είναι ανεξάρτητο από τα εννοιολογικά μας συστήματα ή απλά από τις λέξεις που χρησιμοποιούμε (θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπάρχουν βουνά στο φεγγάρι αν δεν είχαμε τις έννοιες ή τις λέξεις «βουνό», «φεγγάρι», κλπ.;). Η δεύτερη αυτή διαίσθηση μπορεί να ονομαστεί και «εποικοδομητική» ή «κονστρουκτιβιστική», δεδομένου ότι θέλει μεγαλύτερα ή μικρότερα τμήματα της πραγματικότητας να είναι κατασκευασμένα από τα εννοιολογικά σχήματα και από τα συστήματα αντίληψής μας» (Maurizio Ferraris – Manifesto del Νuovo Realismo)
Ας φανταστούμε τώρα έναν τρελό επιστήμονα που τοποθετεί πολυάριθμους εγκεφάλους σε μια δεξαμενή με τα απαραίτητα ζωτικά στοιχεία και τους τροφοδοτεί τεχνητά. Ας φανταστούμε επίσης ότι μέσω της ηλεκτρικής διέγερσης, οι εγκέφαλοι αυτοί έχουν την εντύπωση ότι ζουν σε έναν πραγματικό κόσμο, αλλά στην πραγματικότητα αυτό που βιώνουν είναι η συνέπεια απλών ηλεκτρικών διεγέρσεων. Μέσα από αυτά τα ερεθίσματα απεικονίζονται καταστάσεις που απαιτούν και τις αντίστοιχες ηθικές θέσεις: υπάρχουν εκείνοι οι εγκέφαλοι που κατασκοπεύουν και αυτοί που αγωνίζονται για την ελευθερία, εκείνοι που διαπράττουν υπεξαιρέσεις και άλλοι καλοκάγαθες πράξεις. Μπορούμε να πούμε ότι υπό αυτές τις συνθήκες υπάρχουν και ηθικές πράξεις; Ή μήπως υπάρχει κάποια πολιτική δραστηριότητα; Ασφαλώς και όχι. Στην καλύτερη περίπτωση πρόκειται για παραστάσεις με ένα ηθικό και πολιτικό περιεχόμενο, οι οποίες όμως δεν λαμβάνουν χώρα στον εξωτερικό κόσμο. Η θέση ενισχύεται ακόμη περισσότερο εάν εξετάσουμε το ενδεχόμενο να τροποποιηθούν αυτές οι πράξεις κατά βούληση, για παράδειγμα μέσω κάποιου διαφορετικού τύπου διέγερσης. Αυτό το υποθετικό πείραμα δείχνει ότι η σκέψη από μόνη της δεν αρκεί για να υπάρξει ηθική πράξη και πολιτική δραστηριότητα. Επίσης η οντολογία μας λέει ότι υπάρχει ένας κόσμος στον οποίο οι πράξεις μας είναι πραγματικές και όχι μόνο όνειρα ή φαντασία. Σε ποιον κόσμο βασίζεται λοιπόν μια μελλοντική εκλογή της Oprah Winfrey στον Λευκό Οίκο, μήπως εκεί όπου ο Σάκης Ρουβάς διεκδικεί κάποια αυριανή το Μέγαρο Μαξίμου;
Και για να δώσουμε ένα παράδειγμα φιλοσοφικο-πολιτικής χροιάς, υπενθυμίζουμε ότι δεν έχει νόημα να αναφερόμαστε στην ενδέκατη θέση του Marx για τον Feuerbach, πως «οι φιλόσοφοι έχουν απλώς ερµηνεύσει τον κόσµο µε διάφορους τρόπους· το ζήτηµα είναι να τον αλλάξουµε». Όταν, όμως, ξεχνάμε σχεδόν πάντα να αναφέρουμε προηγουμένως την πρώτη: «Ο Feuerbach θέλει αισθητηριακά αντικείµενα – που διαφέρουν πραγµατικά από τα νοητά αντικείµενα: αλλά δεν συλλαµβάνει την ίδια την ανθρώπινη δραστηριότητα ως αντικειµενική δραστηριότητα».
Όπως προτείνει ο Maurizio Ferraris: ο συστατικός νόμος των κοινωνικών αντικειμένων είναι Object = Registered Act. Αυτό σημαίνει ότι ένα κοινωνικό αντικείμενο είναι το αποτέλεσμα μιας κοινωνικής πράξης (όπως η συμμετοχή τουλάχιστον δύο ανθρώπων ή μιας εξουσιοδοτημένης μηχανής και ενός ατόμου) που χαρακτηρίζεται από την καταγραφή, σε ένα κομμάτι χαρτί, σε ένα αρχείο υπολογιστή ή ακόμη και στο μυαλό των ατόμων που συμμετέχουν στην πράξη αυτή. Επομένως το να παραδεχτούμε έναν ήπιο «κονστρουκτιβισμό» και, υπό προϋποθέσεις, ορισμένες κοινωνικές κατασκευές, που όμως δεν καθορίζουν και δεν επηρεάζουν την ρεαλιστική μας διαίσθηση, δεν σημαίνει πλήρη παράδοση στην άυλη φύση των πάντων και αποδοχή της θέσης του Ντεριντά ότι «δεν υπάρχει τίποτα έξω από το κείμενο». Πώς μπορούμε να αποκλείσουμε το γεγονός ότι και μή κοινωνικές τάσεις που μας επηρεάζουν και μας διαμορφώνουν (όπως, για παράδειγμα, η οντότητα που αποκαλούμε ψυχή, την οποία καμία κοινωνία δεν μπορεί να δαμάσει πλήρως), και αξίες αναλλοίωτες που κάθε ανθρώπινη κοινότητα αναπαράγει (παρά τη μικρή διαφοροποίησή τους), όπως η ομορφιά και η αλήθεια, έννοιες που με βάση τη Simone Weil συνδέονται μεταξύ τους κάτω από μία κοινή αρχή. Οποιαδήποτε απόρριψη αυτών των σημασιών όχι μόνο αποτελεί πολιτική στρουθοκαμήλου, εφηβική αφέλεια και ένδειξη ανωριμότητας, αλλά μας καθιστά ευάλωτους στις ερμηνείες του κόσμου από τη θέση των fashionable nonsenses. Και τέλος πάντων είναι κατά πολύ προτιμότερο το ενδεχόμενο να εξαπατήσουν την κρίση μας οι αισθήσεις και η βούληση, παρά οι παραισθήσεις -οι δικές μας ή ακόμη χειρότερα κάποιων άλλων.
Γνωστική απομόνωση και κανονικότητα
Στην εποχή της μετα-αλήθειας αποδεικνύεται τεράστια η σημασία του παραδείγματος των δεινοσαύρων: αυτοί υπήρξαν πριν από εκατομμύρια χρόνια, μετά εξαφανίστηκαν και σήμερα τα απολιθώματά τους παραμένουν. Απόδειξη του γεγονότος ότι μπορεί να υπάρχουν ολόκληρα είδη οργανωμένης ζωής που αναπτύσσονται σε μια μορφή εντελώς ανεξάρτητη από τη γλώσσα και τα εννοιολογικά μας σχήματα. Αντίθετα η εποχή μας, προκειμένου να θεωρηθούμε πολιτικά ορθοί και για να μην χαρακτηριστούμε φανατικοί απολογητές του Trump (sic), μας καλεί να «κανονικοποιηθούμε» (να γίνουμε normies), μετασχηματίζοντας το λόγο μας σε μια μαζικά αποδεκτή «ειρωνική και ουτοπική θεωρητικολογία» που θα αναστέλλει (σε ένα άγνωστο μέλλον) κάθε επιτακτικότητα για επιβεβαίωση και που θα αναγνωρίζει στα γεγονότα και στους κανόνες ένα ακόμη κακό. Το μόνο καλό είναι οι αγελαίες συμπεριφορές και οι ομαδικές κραυγές εδώ και τώρα: η πραγματικότητα είναι «ντεμοντέ και παλιακιά» -όπως και το ασορτί. Ο Roland Gérard Barthes αντιπροσώπευσε πολύ καλά το Zeitgeist όταν -αστειευόμενος, αλλά όχι και τόσο- είπε ότι «η γλώσσα είναι φασιστική γιατί έχει σημασιολογία, σύνταξη και γραμματική». Φτάσαμε να επιλέγουμε, να διαβάζουμε και να πιστεύουμε μια σειρά πληροφοριών οι οποίες έχουν ήδη προσαρμοστεί στα γούστα μας, έτσι ώστε η ατομική επιλογή καταλήγει να είναι απλώς μια ψευδαίσθηση. Όλο και περισσότερο τείνουμε να διαβάζουμε τις απόψεις και τα άρθρα που απλά επιβεβαιώνουν τις απόψεις μας. Η ψηφιακή κοινωνία της πληροφορίας τελικά μας οδηγεί σε μια «γνωστική απομόνωση». Μας αφήνει να ζούμε με την ψευδαίσθηση ότι ολόκληρος ο κόσμος βρίσκεται στην διάθεση του υπολογιστή μας, ενώ στην πραγματικότητα ποτέ δεν απομακρυνόμαστε από το προφίλ μας.
Καταλήγοντας, όπως είπαμε, αν o Trump είναι αυτό που είναι, δεν είναι υποχρεωτικό να γίνουμε και εμείς σαν αυτόν, μόνο και μόνο για να συμμετέχουμε στη συλλογική χαρά του κοσμοπολίτικου πανηγυριού που μας θέλει να επικρίνουμε αβλεπί όπως κάνουν -με επιλεκτική σκληρότητα- τα διάφορα ανώνυμα τρολς του διαδικτύου. Ακριβώς όπως δεν είναι υποχρεωτικό να επινοήσουμε κάποια ανύπαρκτα όπλα μαζικής καταστροφής, ώστε να διαπιστώσουμε ότι ο Saddam Hussein ήταν ένας άσχημος και φιλοπόλεμος άνθρωπος. Απ’ την αρχή του κόσμου, εκτός απ’ το δρεπάνι του χάρου, υπάρχουν και τα γεγονότα: το πιο επαναστατικό πράγμα σήμερα, σε πείσμα των καιρών, είναι να καταφέρνουμε να εστιάζουμε σε αυτά και στην πραγματικότητα, διακρίνοντας τα γούστα, τις φαντασιώσεις και τις ερμηνείες ανύπαρκτων κόσμων.
Αναρτήθηκε στις: 13 Ιανουαρίου 2018